Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παραμύθια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παραμύθια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Τρίτη 15 Σεπτεμβρίου 2015
Οι εκλογές των ζώων
Όταν ο λύκος είχε πια γεράσει, τα ζώα του δάσους συγκεντρώθηκαν για να εκλέξουν τον νέο τους αρχηγό. Ομόφωνα αποφάσισαν ότι αρχηγός θα γινόταν εκείνο το ζώο που θα έπειθε ότι έχει το καλύτερο σχέδιο για να απαλλαγούν από τον κυνηγό, που κάθε τόσο και λιγάκι πήγαινε στο δάσος για να κυνηγήσει.
Προς έκπληξη όλων, η κουκουβάγια όχι μόνο δεν ήταν υποψήφια στις εκλογές, αλλά αρνήθηκε να ψηφίσει κιόλας. Καθόταν στο κλαδί ενός παρακείμενου δέντρου και παρακολουθούσε προσεκτικά την διαδικασία.
Όταν ο λύκος ζήτησε από την κουκουβάγια το λόγο που δεν έθεσε υποψηφιότητα, αλλά και το λόγο που αρνείται να ψηφίσει, αυτή απάντησε στωικά: «Θα ακούσω με προσοχή τα λόγια όλων των υποψηφίων που ανταγωνίζονται για την θέση του αρχηγού του δάσους. Είμαι βέβαιη ότι όλοι οι υποψήφιοι θα είναι άξιοι και ικανοί να λύσουν το πρόβλημα. Ωστόσο είμαι εξίσου βέβαιη ότι στο τέλος κανένας δεν θα επιτύχει.»
Τα ζώα την χλεύασαν, την αποκάλεσαν «μελαγχολική» και «απαισιόδοξη». Η κουκουβάγια ατάραχη τους άφησε στην πλάνη και την άγνοια τους και στάθηκε να παρατηρεί.
Τελικά, υποψήφιοι ήταν ο λαγός, το γεράκι, ο σκαντζόχοιρος, το ελάφι και η αρκούδα. Οι ομιλίες τους ήταν πανηγυρικές, γεμάτες εξυπνάδα, περηφάνια και υποσχέσεις. Καθώς η ακρόαση των υποψηφιοτήτων είχε τελειώσει, το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας βρήκε τα ζώα διχασμένα. Και οι πέντε υποψήφιοι είχαν καταφέρει να πείσουν ο καθένας και από ένα μεγάλο αριθμό ζώων. Έτσι, χωρίστηκαν σε πέντε ομάδες και ο κάθε υποψήφιος κατάστρωσε το σχέδιο του ξεχωριστά, μαζί με τους υποστηρικτές του.
Ο κυνηγός όμως είχε ήδη φτάσει στο δάσος και αναζητούσε το επόμενο θήραμα του. Τότε, και οι πέντε ομάδες επιχείρησαν να εφαρμόσουν το σχέδιο τους, ταυτόχρονα. Το αποτέλεσμα ήταν ατυχές για τα ζώα: Ο κυνηγός κατάφερε να αιχμαλωτίσει αρκετά από αυτά με μεγάλη ευκολία, αφού οι ομάδες μπλέχτηκαν η μια στα πόδια της άλλης.
Όσα ζώα κατάφεραν να γλιτώσουν, έτρεξαν στο ξέφωτο του δάσους με την ουρά στα σκέλια. Μάλιστα, οι πέντε υποψήφιοι αρχηγοί πήγαν στην κουκουβάγια, θυμωμένοι «Μας γρουσούζεψες!» της είπε η αρκούδα «Το κρίμα στο λαιμό σου!» έκραξε το γεράκι.
Η κουκουβάγια με ηρεμία είπε «Δεν αποτύχατε επειδή σας γρουσούζεψα, ούτε καν επειδή είχατε κακά σχέδια. Αποτύχατε επειδή ξεκινήσατε την προσπάθεια με λάθος τρόπο. Έπρεπε να συνεργαστείτε και όχι να ανταγωνιστείτε. Δεν συνεργαστήκατε στο ίδιο σχέδιο, με κοινό στόχο, όλοι μαζί. Δεν ενώσατε τις δυνάμεις σας. Τυφλωθήκατε τόσο από την προοπτική της αρχηγίας, που ξεχάσατε τον κοινό στόχο. Προσπαθούσατε μάταια και χωρίς να έχετε την υποστήριξη των ικανότερων ζώων, κινούμενοι από τον εγωισμό σας, μόνο και μόνο για να αποδείξετε ότι το δικό σας σχέδιο ήταν καλύτερο.»
«Τι έπρεπε να κάνουμε δηλαδή;» ρώτησε η χελώνα.
Και η κουκουβάγια απάντησε με σοφία «Πριν αποφασίσετε να αντιμετωπίσετε τον κυνηγό, έπρεπε να αντιμετωπίσετε και να κατανικήσετε το Εγώ σας.»
Πέμπτη 25 Αυγούστου 2011
To λιοντάρι και το ποντίκι
Μια φορά ένα λιοντάρι κοιμότανε στη σπηλιά του. Είχε φάει αποβραδίς , ένα βόδι ολόκληρο, είχε πιει μπόλικο νερό και τώρα είχε βυθιστεί στον ύπνο βλέποντας όνειρα λιονταρίσια.
Ξαφνικά, ένιωσε στον ύπνο του κάτι να τον γαργαλάει πολύ ελαφρά πάνω στο κορμί του. Άνοιξε τα μάτια και τι να δει; Ήταν ένα ποντίκι!
Θύμωσε τότε το λιοντάρι που ένα τόσο ταπεινό και μικρούλικο ζωάκι τόλμησε να του χαλάσει την ησυχία του κι αρπάζοντάς το με το πόδι του, ετοιμάστηκε να το χάψει.
Αλλά το ποντίκι άρχισε να το παρακαλάει κλαίγοντας:
«Άφησέ με Βασιλιά μου να ζήσω κι εγώ μπορεί μια μέρα να σου ξεπληρώσω την καλοσύνη που θα μου κάνεις».
Το λιοντάρι που ήτανε χορτάτο και που κυριολεκτικά δεν μπορούσε να φάει άλλο γέλασε με τα λόγια που άκουσε και είπε:
«Σου χαρίζω τη ζωή, μόλο που ποτέ δε θα μπορούσες εσύ να με βοηθήσεις»!
Μια μέρα όμως το λιοντάρι έπεσε σε ένα λάκκο-παγίδα που είχαν ανοίξει κάποιοι κυνηγοί.
Αυτοί του έδεσαν τα πόδια με χοντρά σχοινιά και το άφησαν εκεί για να πάνε στο χωριό να φωνάξουν κι άλλους ανθρώπους για βοήθεια. Ήταν πολύ βαρύ για να το κουβαλήσουν μόνοι τους .
Ύστερα από λίγη ώρα, έτυχε να περνάει από εκείνο το σημείο ο ποντικός. Άκουσε τα βογγητά και κατέβηκε στο λάκκο όπου είδε δεμένο το λιοντάρι. Το γνώρισε αμέσως.
«Κάποτε μου χάρισες τη ζωή», του είπε. «Τώρα θα σου ξεπληρώσω την καλοσύνη σου και θα σε ελευθερώσω».
«Εσύ θα με ελευθερώσεις»; Ρώτησε απορώντας το λιοντάρι. «Πώς είναι δυνατόν»;
«Τώρα θα δεις», είπε το ποντίκι.
Κι άρχισε με τα σουβλερά του δόντια, να ροκανίζει τα χοντρά σχοινιά που έδεναν τα πόδια του λιονταριού. Ύστερα από 3-4 ώρες, τα σχοινιά ήταν κομμένα και το λιοντάρι μπόρεσε με ένα πήδημα να βγει έξω από το λάκκο.
«Σε ευχαριστώ πολύ»! Του είπε συγκινημένο το λιοντάρι.
«Σου είχα υποσχεθεί πως θα ξεπλήρωνα την καλοσύνη που μου έκανες και κράτησα την υπόσχεσή μου», αποκρίθηκε το ποντίκι.
«Τότε γέλασες μαζί μου, γιατί δεν πίστευες πως εγώ, ένα μικρό και αδύναμο ποντίκι, θα μπορούσα να βοηθήσω εσένα, το Βασιλιά των αγριμιών. Πρέπει να ξέρεις όμως, πως και οι πιο αδύναμοι μπορούν να ξεπληρώσουν το καλό που τους κάνουν οι δυνατότεροί τους»!
O ποντικός του αγρού και ο ποντικός του σπιτιού
Πριν πολλά–πολλά χρόνια ήταν δύο ποντικοί. Ο ένας είχε φτιάξει την φωλιά του στον αγρό, ενώ ο άλλος την είχε φτιάξει σε ένα πλούσιο σπίτι. Η τύχη έφερε έτσι τα πράγματα, που οι δύο ποντικοί γνωρίστηκαν και έγιναν καλοί φίλοι. Όπως κάνουν συνήθως οι καλοί φίλοι, έτσι και οι ποντικοί της ιστορίας μας θέλησαν να ανταλλάξουν επισκέψεις στις φωλιές τους.
Την αρχή έκανε ο ποντικός του σπιτιού, όταν ένα όμορφο ανοιξιάτικο πρωινό, ξεκίνησε για να επισκεφθεί τον φίλο του στον αγρό. Ο ποντικός του αγρού θέλοντας να ευχαριστήσει τον φίλο του, έβγαλε να τον κεράσει ό,τι πιο εκλεκτό είχε, όπως φρέσκιες ρίζες , χορταράκια και σιτάρι. Ο καλομαθημένος ποντικός του σπιτιού, βλέποντας αυτά που του πρόσφερε ο φίλος του, είπε:
«Καλέ μου φίλε, ωραία είσαι εδώ στην εξοχή, αλλά το φαγητό σου ταιριάζει περισσότερο σε μυρμήγκια παρά σε ποντικούς. Πάμε στο δικό μου σπίτι να σου κάνω το τραπέζι με φαγητά που τρώνε μόνο βασιλιάδες.»
Έτσι τα δύο ποντίκια ξεκίνησαν να πάνε στο σπίτι που είχε την φωλιά του ο ένας από τους δύο. Σε λίγη ώρα έφτασαν στο κελάρι του σπιτιού, μιας και εκεί είχε στήσει το τσαρδί του ο καλοταϊσμένος ποντικός. Πριν κάτσουν να φάνε, ο ποντικός του σπιτιού έκανε μια ξενάγηση στον φίλο του. Του έδειξε τις στάμνες με το λάδι και το κρασί, τα τσουβάλια με το αλεύρι και τα όσπρια, τα πανέρια με τα ξερά σύκα και άλλα πολλά καλούδια, αφού όπως είπαμε το σπίτι ήταν ενός πλούσιου ανθρώπου.
Όταν τελείωσε η ξενάγηση, πήρε ο καθένας τους από ένα κομμάτι τυρί και στρώθηκαν στο φαγητό. Έτυχε όμως εκείνη την ώρα, κάποιος υπηρέτης του σπιτιού να χρειαστεί κάτι από το κελάρι. Έτσι άνοιξε η πόρτα ξαφνικά με θόρυβο και ο υπηρέτης μπήκε μέσα στο κελάρι με γρήγορα βήματα. Το ποντίκι του σπιτιού , τρομαγμένο, άφησε το φαγητό και έτρεξε να κρυφτεί στη φωλιά που είχε σκάψει σε έναν τοίχο. Το ποντίκι όμως του αγρού, μαθημένο στην ηρεμία της φύσης, τα έχασε, δεν ήξερε τι να κάνει και πάγωσε από τον φόβο του εκεί που καθόταν. Όταν ο υπηρέτης έφυγε και έκλεισε πίσω του την πόρτα, ο ποντικός του σπιτιού βγήκε από την φωλιά του και πήγε κοντά στον φίλο του λέγοντας :
«Έλα να συνεχίσουμε το φαγητό μας, πέρασε ο κίνδυνος.»
Τότε ο ποντικός του αγρού, με σοφία, απάντησε:
«Φίλε μου χάρισμά σου τα πλούσια φαγητά. Εγώ επιστρέφω στο σπίτι μου. Προτιμώ να τρώω φτωχικά και να είμαι ήσυχος, παρά να τρώω πλουσιοπάροχα και να μην μπορώ να ησυχάσω ούτε στιγμή.»
Δευτέρα 13 Ιουνίου 2011
Το κατσίκι στη στέγη και ο λύκος
Μια μέρα σε ένα αγρόσπιτο, ένα παρδαλό κατσίκι που ατίθασο σκαρφάλωνε στους φράκτες και στη στέγη, βρέθηκε πάνω στην κεραμοσκεπή και μασουλούσε κάτι χόρτα που είχαν φυτρώσει ανάμεσα στα κεραμίδια. Ο αγρότης που κατοικούσε στο σπίτι έλειπε στα χωράφια και συχνά έφευγε για εβδομάδες ολόκληρες, έτσι το κατσίκι ήταν μοναχό κι ελεύθερο να κάνει ο,τι θέλει. Από ψηλά αγνάντευε τον κάμπο που απλωνόταν γεμάτος λουλούδια και το δάσος που ξεκινούσε από τα πόδια του βουνού κε έφτανε μέχρι πάνω την κορφή του.Ξάφνου μέσα από το πυκνό δάσος βγήκε ένας λύκος, που από μακριά μυρίστηκε το κατσικάκι και βάλθηκε να το φάει. Το κατσικάκι τρόμαξε σαν είδε το λύκο να προσπαθεί να σκαρφαλώσει το μαντρότοιχο, όμως ηρέμησε όταν διαπίστωσε ότι ο λύκος ήταν γέρικος και δεν μπορούσε να τον ανέβει. Έτσι πήρε θάρρος το κατσίκι και άρχισε να κοροϊδεύει τον γερόλυκο και να τον περιπαίζει:
"Λύκε, λύκε κακομοίρη, μου φαίνεται πως ξέχασες τη μαγκούρα σου στο δάσος! Έτσι όπως πας δεν θα ανέβεις ποτέ στη σκεπή. Ούτε έναν τόσοδα μαντρότοιχο δεν μπορείς να ανέβεις τρομάρα σου, άντε να φας κάμια κότα καλύτερα, εμένα ούτε στα όνειρά σου δεν μπορείς να με φτάσεις!"
Ο λύκος στάθηκε στην άκρη λαχανιασμένος και απάντησε:
"Βρε ανόητο κατσίκι, ξέχασες ότι δεν μπορείς να μείνεις για πάντα πάνω στη στέγη. θα διψάσεις και θα κατέβεις. Θες σε μια ώρα, θες σε δυο και σε τρεις, θα κατέβεις και τότε δεν θα σε γλιτώσει κανείς. Κι αν εξαρχής δεν ήσουν εκεί πάνω, δεν θα τολμούσες να με κοροϊδέψεις!"
Έτσι ο λύκος ξάπλωσε σε έναν ίσκιο παραδίπλα ενώ το κατσίκι, σκαρφαλωμένο καθώς ήταν στη στέγη να το καίει ο ήλιος του μεσημεριού, είχε αρχίσει κιόλας να διψάει...
Κυριακή 15 Μαΐου 2011
Ο κακομαθημένος Βασιλιάς
Μια φορά κι έναν καιρό σε ένα μακρινό Βασίλειο ζούσε ένας κακομαθημένος Βασιλιάς. Κάποια μέρα δημιουργήθηκε μεγάλη αναστάτωση επειδή ο Βασιλιάς είχε βαρεθεί τα ίδια και τα ίδια. Δεν τον εντυπωσίαζε τίποτα πια, ένοιωθε ότι είχε δει όλα τα θαυμάσια πράγματα του κόσμου. Τόσο κακομαθημένος ήταν, που δεν εκτιμούσε τίποτα από όσα είχε. Έτσι, τριγυρνούσε στους δρόμους του Βασιλείου γκρινιάζοντας σε όποιον έβλεπε μπροστά του.Στη λαϊκή συνάντησε τον ιχθυοπώλη, ο οποίος τον υποδέχτηκε με υποκλίσεις.
"Μεγαλειότατε, τα καΐκια μας πήγαν στα πέρατα των θαλασσών και ψάρεψαν για σας τα σπανιότερα και νοστιμότερα ψάρια του κόσμου. Καραμελόψαρα από τη Μελοθάλασσα! Κοτοϊχθυόπουλα από το Αρχιπέλαγος του Κόκκινου Βράχου! Τσιχλοκαβουράκια από τις μακρινές ακτές της Μποζοϊνδίας! Μπανανογαρίδες από τον Νευρικό Ωκεανό! Περάστε, διαλέξτε ό,τι τραβάει η όρεξή σας!"
"Μπα. Τα βαρέθηκα τα ψάρια σου. Και βρωμάνε." είπε κατσούφικα στον ιχθυοπώλη και προχώρησε πιο κάτω, στο μανάβη. Κι αυτός τον υποδέχτηκε όπως ταιριάζει σε Βασιλιά, με δοξασίες και υποκλίσεις.
"Μεγαλειότατε, οι αγρότες μας έχουν καλλιεργήσει για σας τα σπανιότερα και νοστιμότερα φρούτα και λαχανικά του κόσμου. Αστερόμηλα, Αχλαδοκαρδούλες, Πευκοφράουλες, Γλειφιτζουροκάλαμα, Ροζ και Γαλάζιες Μπανάνες γεμιστές με σοκολάτα, Μακαρονοφάσουλα και υπέροχες Τυροπατάτες!"
"Ουφ. Δεν υπάρχει τίποτα καινούργιο πια;" απάντησε απογοητευμένος στο μανάβη φεύγοντας. Πάρα κάτω ήταν ο έμπορος. Πάλι υποκλίσεις, δοξασίες και καλές κουβέντες.
"Μεγαλειότατε, τα καραβάνια μας πήγαν στα μακρινότερα μέρη του κόσμου και έφεραν για σας τα σπανιότερα και χρησιμότερα πράγματα. Ένα Ψυχοτηλεσκόπιο για να βλέπετε τι αισθάνονται για εσάς οι φίλοι και οι εχθροί σας. Ένα Χαοσέντουκο που μέσα τους μπορείτε να βάλετε τα πάντα, αφού δεν γεμίζει ποτέ. Μια Λεξοσφεντόνα για να στέλνετε τη φωνή σας ακόμα και στο μακρυνότερο μέρος. Μια Μπαλούμερανγκ, η μπάλα που όπου κι αν την κλωτσίσετε γυρίζει πίσω. Μια Ταξιδόσφαιρα, μια υδρόγειος σφαίρα που μπορεί να σας πάει αμέσως σε όποιο μέρος του κόσμου θέλετε να πάτε! Αυτά και άλλα πολλά είναι στη διάθεσή σας!"
"Μπλα μπλα μπλα, αλλά τίποτα δεν μου αρέσει πια" είπε ο κακομαθημένος Βασιλιάς, στενοχωρήθηκε κι ο δύστυχος έμπορος.
Τότε βγήκε διάγγελμα στο Βασίλειο, να το μάθουν όλοι οι υπήκοοι:
"Υπήκοοι του Βασιλείου, ο Μοναδικός Υπέροχος Πολυαγαπημένος Γενναιότατος Δούκας των Βουνών Τσάρος των Θαλασσών Πολυμήχανος Εμπνευστής Υπέρμαχος (κλπ κλπ) σας προσκαλεί να του κάνετε ένα Δώρο, που θα του φτιάξει τη διάθεση. Ο νικητής θα έχει την τιμή να έχει ευχαριστήσει το Βασιλιά του. Η συμμετοχή είναι υποχρεωτική."
Έτσι κι έγινε. Χιλιάδες δώρα κατέφτασαν από όλη τη πολιτεία για να ικανοποιηθεί ο Βασιλιάς. Τι κρίμα, κανένα μα κανένα δεν του άρεσε! Περνούσαν μέρες, περνούσαν εβδομάδες, τα δώρα συνέχιζαν να φτάνουν στην Αυλή, μα ο Βασιλιάς δεν έλεγε να ικανοποιηθεί. Τότε ένας ταξιδιώτης από μια μακρινή χώρα που άκουσε την είδηση, αποφάσισε να κάνει κι αυτός ένα δώρο στο Βασιλιά, κι ας μην ήταν υποχρεωμένος. Το έβαλε σε ένα κίτρινο τετράγωνο κουτί, το τύλιξε με μια κόκκινη κορδέλα και το έστειλε στο Βασιλιά γράφοντας σε ένα χαρτάκι: "Να μην ανοιχτεί ποτέ".
Όταν το μυστήριο δώρο έφτασε στο Βασιλιά, αυτός παραξενεύτηκε όταν διάβασε το χαρτάκι. Μάλιστα, το μήνυμα τον έκανε να θέλει οπωσδήποτε να ανοίξει το κουτί, επειδή του κέντρισε το ενδιαφέρον! Έτσι καθώς καθόταν στο θρόνο, πήρε το κουτί στην αγκαλιά του και τράβηξε την κορδέλα! ΜΠΑΜ! Ένας κρότος, πολύ καπνός και το πρόσωπο του Βασιλιά έγινε κατάμαυρο! Το δώρο είχε σκάσει στα μούτρα του!
Αυτό το πάθημα δίδαξε κάτι στον κακομαθημένο Βασιλιά: όταν θεωρούμε κάτι σίγουρο, τότε δεν το εκτιμάμε και όταν τα έχουμε όλα, κινδυνεύουμε να μην εκτιμάμε τίποτα!
Έτσι από τότε ο Βασιλιάς έμαθε να είναι ικανοποιημένος με τα αγαθά που του προσφέρονται και να μην έχει υπερβολικές απαιτήσεις από τους άλλους ανθρώπους!
Κυριακή 1 Μαΐου 2011
Οι δυό φίλοι και η αρκούδα
Κάποτε δύο φίλοι βάδιζαν στον ίδιο δρόμο μέσα από βουνά και κοιλάδες. Παρόλο που βρίσκονταν σε άγνωστο μέρος, ο ένας άντρας ένιωθε ασφαλής, γιατί ήταν σίγουρος ότι ο φίλος του θα τον βοηθούσε να αντιμετωπίσει οποιοδήποτε κίνδυνο εμφανιζόταν μπροστά τους.
Εκεί που περπατούσαν και συζητούσαν για να περάσει η ώρα, μια αρκούδα παρουσιάστηκε ξαφνικά μπροστά τους, στη μέση του δρόμου! Ο ένας άντρας έτρεξε γρήγορα σε ένα κοντινό δέντρο, άρπαξε ένα κλαδί και σκαρφάλωσε. Έτσι κατάφερε ν α γλιτώσει από την αρκούδα που δεν τον έβλεπε. Ο άλλος άντρας, έμεινε για μια στιγμή ακίνητος και μετά έμεινε ακίνητος με σκοπό να υποκριθεί πως είναι νεκρός.
Το άγριο θηρίο έτρεξε αμέσως πάνω από τον άντρα που ήταν στο έδαφος με σκοπό να αρπάξει το θύμα του. Με τα γαμψά αρκουδίσια νύχια της, σήκωσε τον κακόμοιρο άντρα από το έδαφος. Τα πόδια και τα χέρια του άντρα είχαν γίνει τόσο άκαμπτα και παγωμένα από τον φόβο του, ώστε η αρκούδα νόμισε οτι πραγματικά είχε βρει ένα πτώμα. Έτσι, παρά τον θυμό της, εγκατέλειψε τον άντρα και έφυγε μακριά για να πάει στη φωλιά της.
Όταν ο άλλος άντρας αισθάνθηκε πλέον ασφαλής, κατέβηκε από το δέντρο και ρώτησε τον σύντροφό του θέλοντας να κάνει τον έξυπνο:
Εκεί που περπατούσαν και συζητούσαν για να περάσει η ώρα, μια αρκούδα παρουσιάστηκε ξαφνικά μπροστά τους, στη μέση του δρόμου! Ο ένας άντρας έτρεξε γρήγορα σε ένα κοντινό δέντρο, άρπαξε ένα κλαδί και σκαρφάλωσε. Έτσι κατάφερε ν α γλιτώσει από την αρκούδα που δεν τον έβλεπε. Ο άλλος άντρας, έμεινε για μια στιγμή ακίνητος και μετά έμεινε ακίνητος με σκοπό να υποκριθεί πως είναι νεκρός.
Το άγριο θηρίο έτρεξε αμέσως πάνω από τον άντρα που ήταν στο έδαφος με σκοπό να αρπάξει το θύμα του. Με τα γαμψά αρκουδίσια νύχια της, σήκωσε τον κακόμοιρο άντρα από το έδαφος. Τα πόδια και τα χέρια του άντρα είχαν γίνει τόσο άκαμπτα και παγωμένα από τον φόβο του, ώστε η αρκούδα νόμισε οτι πραγματικά είχε βρει ένα πτώμα. Έτσι, παρά τον θυμό της, εγκατέλειψε τον άντρα και έφυγε μακριά για να πάει στη φωλιά της.
Όταν ο άλλος άντρας αισθάνθηκε πλέον ασφαλής, κατέβηκε από το δέντρο και ρώτησε τον σύντροφό του θέλοντας να κάνει τον έξυπνο:
-Πες μου φίλε μου, τι σου είπε η αρκούδα όταν ήσουν ξαπλωμένος τρέμοντας από το φόβο; Πρέπει να σου είπε πολλά πράγματα σε αυτήν τη μακριά συζήτησή σας.
Κι εκείνος του απάντησε:-Μου είπε να μην ταξιδεύω από εδώ και μπρος με φίλους που με εγκαταλείπουν την ώρα του κινδύνου.
Το λιοντάρι και η ύαινα
Το λιοντάρι είχε γίνει βασιλιάς όλων των ζώων, διότι ήταν το πιο δυνατό από όλα. Όλα τα ζώα το τρέμανε μόνο που άκουγαν τον τρομερό βρυχηθμό του!
Όταν νύχτωνε, έβγαινε για κυνήγι κι αλίμονο στο ζώο που τύγχαινε μπροστά του. Κάθε βράδυ, έτρωγε όσο ήθελε και τα χαράματα πήγαινε στην πηγή να πιει νερό. Έπειτα κοιμόταν όλη μέρα, για να χωνέψει και να ξεκουραστεί.
Ξυπνούσε όταν άναβαν τα πρώτα αστέρια στον ουρανό, έβγαινε στην είσοδο της σπηλιάς του, βρυχιόταν δυνατά για να ειδοποιήσει τους υπηκόους του πως ήταν έτοιμος και έπειτα άρχιζε το κυνήγι.
Αυτό γινότανε χρόνια ολόκληρα!
Κάποτε όμως ένα ελάφι του ξέφυγε, γιατί μόλο που πήρε φόρα, το λιοντάρι δεν έκανε τόσο μακρύ πήδημα σαν άλλοτε, κι έπεσε πάνω στις πέτρες, αντί να πέσει πάνω στην πλάτη του ελαφιού όπως υπολόγιζε.
Το ίδιο έγινε και το επόμενο βράδυ και σε λίγες μέρες είδε ότι όχι μόνο τα ελάφια που είναι πολύ γρήγορα δεν μπορούσε να πιάσει, αλλά ούτε και κανένα άλλο ζώο.
Τότε το λιοντάρι κατάλαβε πως είχε αρχίσει να γερνάει και στεναχωρήθηκε πολύ. Δεν θα μπορούσε να κυνηγήσει και στο τέλος, θα καταντούσε αυτό που ήταν ο βασιλιάς των ζώων, να ψάχνει για να βρει κανένα ψοφίμι να χορτάσει την πείνα του. Εκείνη την ημέρα δεν έκλεισε μάτι από την στεναχώρια του κι όταν νύχτωσε δεν βγήκε για κυνήγι. Είχε αποφασίσει να ξεκουραστεί ένα βράδυ, μήπως έτσι ξαναβρεί δυνάμεις και κυνηγήσει καλύτερα.
Η ύαινα που κάθε νύχτα, έπαιρνε το λιοντάρι από πίσω και έτρωγε τα αποφάγια του, ανησύχησε που δεν τον άκουγε να βρυχάται κυνηγώντας. Και περισσότερο ανησύχησε που δεν βρήκε τίποτα να φάει κι αυτή εκείνο το βράδυ.
Το πρωί λοιπόν παρουσιάστηκε στην είσοδο της σπηλιάς και ρώτησε ταπεινά:
Όταν νύχτωνε, έβγαινε για κυνήγι κι αλίμονο στο ζώο που τύγχαινε μπροστά του. Κάθε βράδυ, έτρωγε όσο ήθελε και τα χαράματα πήγαινε στην πηγή να πιει νερό. Έπειτα κοιμόταν όλη μέρα, για να χωνέψει και να ξεκουραστεί.
Ξυπνούσε όταν άναβαν τα πρώτα αστέρια στον ουρανό, έβγαινε στην είσοδο της σπηλιάς του, βρυχιόταν δυνατά για να ειδοποιήσει τους υπηκόους του πως ήταν έτοιμος και έπειτα άρχιζε το κυνήγι.
Αυτό γινότανε χρόνια ολόκληρα!
Κάποτε όμως ένα ελάφι του ξέφυγε, γιατί μόλο που πήρε φόρα, το λιοντάρι δεν έκανε τόσο μακρύ πήδημα σαν άλλοτε, κι έπεσε πάνω στις πέτρες, αντί να πέσει πάνω στην πλάτη του ελαφιού όπως υπολόγιζε.
Το ίδιο έγινε και το επόμενο βράδυ και σε λίγες μέρες είδε ότι όχι μόνο τα ελάφια που είναι πολύ γρήγορα δεν μπορούσε να πιάσει, αλλά ούτε και κανένα άλλο ζώο.
Τότε το λιοντάρι κατάλαβε πως είχε αρχίσει να γερνάει και στεναχωρήθηκε πολύ. Δεν θα μπορούσε να κυνηγήσει και στο τέλος, θα καταντούσε αυτό που ήταν ο βασιλιάς των ζώων, να ψάχνει για να βρει κανένα ψοφίμι να χορτάσει την πείνα του. Εκείνη την ημέρα δεν έκλεισε μάτι από την στεναχώρια του κι όταν νύχτωσε δεν βγήκε για κυνήγι. Είχε αποφασίσει να ξεκουραστεί ένα βράδυ, μήπως έτσι ξαναβρεί δυνάμεις και κυνηγήσει καλύτερα.
Η ύαινα που κάθε νύχτα, έπαιρνε το λιοντάρι από πίσω και έτρωγε τα αποφάγια του, ανησύχησε που δεν τον άκουγε να βρυχάται κυνηγώντας. Και περισσότερο ανησύχησε που δεν βρήκε τίποτα να φάει κι αυτή εκείνο το βράδυ.
Το πρωί λοιπόν παρουσιάστηκε στην είσοδο της σπηλιάς και ρώτησε ταπεινά:
-Βασιλιά μου, δεν βγήκες στο κυνήγι χτες το βράδυ;
Η κατσίκα και ο γάιδαρος
Πριν από αρκετό καιρό, ήταν ένας χωρικός όπου είχε μια κατσίκα και έναν γάιδαρο. Επειδή ο χωρικός έδινε περισσότερη τροφή στο γάιδαρο, η κατσίκα ζήλεψε. Σκέφτηκε τότε ένα κόλπο, για να τον βγάλει από τη μέση και να τρώει αυτή όλο το φαγητό. Βάζοντας σε εφαρμογή το σχέδιό της, πήγε μια μέρα κοντά στον γάιδαρο και του είπε:
Ο χωρικός βλέποντας το ζώο του χτυπημένο, φώναξε αμέσως τον κτηνίατρο, ο οποίος του είπε:
-Αχ, καημένε κυρ' γάιδαρε, σε λυπάμαι. Όλη μέρα εργάζεσαι και δεν στέκεσαι ούτε στιγμή. Τη μια σε βλέπω να αλέθεις στον μύλο, την άλλη να κουβαλάς ξύλα, βάσανο είναι η ζωή σου. Δεν θέλεις κι εσύ να ξεκουραστείς λιγάκι;
Ο γάιδαρος σκέφτηκε για λίγο αυτά που του είπε η κατσίκα και ύστερα τη ρώτησε με φωνή γεμάτη παράπονο:-Δίκιο έχεις κυρά κατσίκα μου, αλλά τι να κάνω;
Το σχέδιο της κατσίκας προχωρούσε όπως το είχε φανταστεί. Με φωνή γεμάτη συμπάθεια αποκρίθηκε στο γάιδαρο:-Άκου τι θα κάνεις. Θα καμωθείς πως σεληνιάστηκες. Θα βγάζεις αφρούς από το στόμα και θα πέσεις σε ένα βαθύ λάκκο. Εκεί θα μπορέσεις να ξεκουραστείς αρκετά.
Ο γαϊδαράκος της ιστορίας μας δε φημιζόταν ιδιαίτερα για την εξυπνάδα του και έτσι μόλις άκουσε την κατσίκα αποφάσισε να κάνει πράξη αυτά που του πρότεινε. Την επόμενη μέρα, καθώς περπατούσε φορτωμένος, είδε στην άκρη του δρόμου ένα πολύ βαθύ λάκκο. Αρπάζοντας την ευκαιρία, δίνει ένα σάλτο και πηδάει μέσα στο λάκκο, που για κακή του τύχη στον πάτο ήταν γεμάτο πέτρες. Όπως ήταν φυσικό, ο συμπαθής γάιδαρος χτύπησε άσχημα.Ο χωρικός βλέποντας το ζώο του χτυπημένο, φώναξε αμέσως τον κτηνίατρο, ο οποίος του είπε:
-Για να γίνει ο γαιδαράκος σου καλά,θα σφάξεις την κατσίκα και από το πνευμόνι της θα κάνεις μια αλοιφή με την οποία θα αλείψεις τις πληγές του γαϊδάρου.
Κι έτσι έγινε. Η κατσίκα σφάχτηκε, ενώ ο γαιδαράκος γιατρεύτηκε και συνέχισε τη ζωή του. Μάλιστα, μερικοί λένε οτι ο χωρικός του έδινε να φάει και την μερίδα της κατσίκας.
Δευτέρα 25 Απριλίου 2011
Ο κάβουρας και η αλεπού
Ήταν κάποτε ένας κάβουρας σε μια ακρογιαλιά. Εκεί μαζί του ζούσαν πολλά καβούρια ανάμεσα στους βράχους και στα φύκια.Τα καβούρια ό,τι κι αν έκαναν το έκαναν μαζί. Έβγαιναν για λίγο στην αμμουδιά ως εκεί που έφτανε το κύμα και έπειτα ξαναγυρνούσαν στις φωλιές τους. Πότε τα σκέπαζε και πότε τα ξεσκέπαζε η θάλασσα. Όλα μαζί τα καβούρια, έτρωγαν, έπαιζαν, κοιμόντουσαν. Κι εκεί στις πιο βαθιές σπηλίτσες ή κάτω από βραχάκια κρύβονταν όταν ένιωθαν κάποια απειλή. Κι έτσι κυλούσε η ζωή τους.
Αλλά αυτός ο κάβουρας είχε βαρεθεί να ζει όπως όλα τα άλλα καβούρια. Όταν ανέβαιναν στην ακρογιαλιά και έτρεχαν να ξαναπέσουν στο νερό, αυτός αργοπορούσε και καμιά φορά. Προχωρούσε λίγα μέτρα παραπάνω στην αμμουδιά διότι ήθελε να δει πως είναι ο κόσμος της στεριάς. Μάλιστα είχε βαρεθεί τόσο πολύ, που μια μέρα αποφάσισε να μην ξαναγυρίσει στη θάλασσα!
Προχώρησε ως την αμμουδιά μέχρι που βρήκε ένα ποταμάκι που κυλούσε ανάμεσα στις πέτρες. Ανέβηκε στην κοίτη του ποταμού για να δει τι υπάρχει παραπέρα. Έτσι έφτασε σε ένα δάσος. Παραξενεύτηκε διότι ποτέ στη ζωή του δεν είχε δει κατάρτια καραβιών γεμάτα από τόσα φύκια (ήταν δέντρα βέβαια, αλλά έτσι τα έβλεπε ο κάβουρας)!
Καθώς προχωρούσε θαυμάζοντας αυτά που έβλεπε γύρω του, τον είδε μια πεινασμένη αλεπού. Τότε αυτή με μιάς πήδησε πάνω του για να τον φάει...
"Καλά να πάθω" είπε ο καημένος ο κάβουρας "Αφού ήμουν θαλασσινός, τι γύρευα στη στεριά;"
Σάββατο 19 Μαρτίου 2011
Ο τζίτζικας κι ο μέρμηγκας
Κάποτε ήταν ένας τζίτζικας κι ένας μέρμηγκας. Ο τζίτζικας είχε φτιάξει τη φωλιά του στα κλαδιά ενός δέντρου, ενώ ο μέρμηγκας στις ρίζες του. Ήταν καλοκαίρι και όταν ανέτειλε ο ήλιος, ο μέρμηγκας ξεκινούσε την εργασία του. Έβγαινε από τη φωλιά του και έψαχνε να βρει διάφορους σπόρους. Όταν έβρισκε κάποιον, τον φορτωνόταν στην πλάτη του και τον μετέφερε στη φωλιά του όπου τον αποθήκευε. Μερικές φορές οι σπόροι ήταν τόσο μεγάλοι που έπρεπε να τους κομματιάσει πριν τους μεταφέρει κι αυτό σήμαινε διπλάσιο κόπο για τον μέρμηγκα που εργαζόταν από την ανατολή μέχρι τη δύση του ηλίου. Από την άλλη μεριά ο τζίτζικας ξυπνούσε αφού είχε σχεδόν μεσημεριάσει. Έβγαινε από τη φωλιά του και, αφού έτρωγε κάτι πρόχειρα, έπιανε το τραγούδι που μερικές φορές το συνέχιζε ακόμα και μετά τα μεσάνυχτα. Εκτός από το να τρώει και να τραγουδάει δεν έκανε τίποτα άλλο όλη μέρα.
Έτσι περνούσαν οι μέρες η μία μετά την άλλη και ήρθε ο καιρός που έφυγε το καλοκαίρι και έδωσε τη θέση του στο φθινόπωρο. Ο ουρανός συννέφιασε, ψιλή βροχή άρχισε να πέφτει και τα φύλλα των δέντρων ένα ένα ξεράθηκαν και έπεσαν στη γη. Ο μέρμηγκας έχοντας αρκετές προμήθειες για να περάσει μέχρι την άνοιξη καθόταν και απολάμβανε τον ήχο που έκαναν οι σταγόνες της βροχής καθώς έπεφταν πάνω στα ξερά φύλλα. Ο τζίτζικας μάταια έψαχνε κάτι να φάει αλλά δεν υπήρχε τίποτα. Μην αντέχοντας άλλο από την πείνα, πήγε στο γείτονά του τον μέρμηγκα και του είπε:
"Καλέ μου γείτονα, σε παρακαλώ δώσε μου κάτι να φάω! Όλα τα φύλλα έχουν ξεραθεί και δεν υπάρχει τροφή πουθενά. Πεινάω!".
"Καλά όλο το καλοκαίρι τι έκανες;" ρώτησε ο μέρμηγκας.
"Α! Το καλοκαίρι δεν πρόλαβα να μαζέψω τροφές. Είχα πολύ κέφι και τραγουδούσα όλη μέρα".
"Ε, αφού τραγουδούσες το καλοκαίρι, ήρθε τώρα ο καιρός να χορέψεις" είπε ο μέρμηγκας και ο τζίτζικας κατάλαβε τότε πόσο ανόητα είχε φερθεί, που δεν μάζευε κι αυτός τρόφιμα όσο ήταν ακόμα καιρός, μόνο περνούσε τις ώρες του διασκεδάζοντας.
Σάββατο 5 Φεβρουαρίου 2011
Η αλεπού κι ο τράγος
Κάποτε μια αλεπού, για κακή της τύχη, έπεσε μέσα σε ένα πηγάδι. Όπως ήταν φυσικό, δεν μπορούσε να βγεί έξω και έτσι καθόταν στενοχωρημένη προσπαθώντας να σκεφτεί με ποιό τρόπο θα γλύτωνε απο την δύσκολη θέση που είχε βρεθεί.
Ώρα πολλή είχε περάσει, όταν στο πηγάδι πλησίασε ένας διψασμένος τράγος. Βλέποντας την αλεπού μέσα στο πηγάδι την ρώτησε:
Ώρα πολλή είχε περάσει, όταν στο πηγάδι πλησίασε ένας διψασμένος τράγος. Βλέποντας την αλεπού μέσα στο πηγάδι την ρώτησε:
-Eίναι το νερό καλό κυρ-αλεπού; Να κατέβω κι εγώ να πιώ που διψάω πολύ;
Η πονηρή αλεπού τότε του απάντησε:
-Το νερό είναι πεντακάθαρο και δροσερό. Μην το σκέφτεσαι καθόλου. Κατέβα να πιείς να ξεδιψάσεις. Εγώ πίνω συνέχεια και δεν το χορταίνω.
Ο αφελής τράγος, χωρίς να το σκεφτεί καθόλου, πήδηξε μέσα στο πηγάδι και άρχισε να πίνει νερό που όντως ήταν δροσερό και πεντακάθαρο. Ήπιε μπόλικο, με την ψυχή του, μέχρι που ξεδίψασε. Τότε ανακάλυψε ότι αν και μπήκε στο πηγάδι πολύ εύκολα, δεν μπορούσε να βγει από αυτό. Στράφηκε προς την αλεπού και τη ρώτησε αν ήξερε κάποιον τρόπο για να βγουν από το πηγάδι. Η αλεπού, παίρνοντας το πιο αθώο ύφος της, του απάντησε:
-Αυτό είναι πολύ εύκολο. Θα σταθείς όρθιος στα πισινά σου πόδια, ενώ τα μπροστινά θα τα ακουμπήσεις στα τοιχώματα του πηγαδιού. Θα τεντώσεις προς τα πάνω το λαιμό σου κι εγώ θα σκαρφαλώσω πάνω σου. Όταν βγω έξω από το πηγάδι θα τραβήξω έξω κι εσένα και ο καθένας θα πάρει το δρόμο του.
Ο τράγος βρίσκοντας σωστά αυτά που του είπε η αλεπού δεν έχασε καιρό και έκανε όπως του είχε πει. Η αλεπού, εύκολα πλέον σκαρφάλωσε πάνω στον τράγο και πήδηξε έξω από το πηγάδι. Μην τηρώντας όμως την υπόσχεσή της άρχισε να απομακρύνεται από το πηγάδι χωρίς να βοηθήσει τον τράγο. Καθώς απομακρυνόταν τον άκουσε πως την κατηγορούσε ότι αθέτησε την υπόσχεσή της και ότι τον εγκατέλειψε μέσα στο πηγάδι. Τότε η πονηρή αλεπού του απάντησε:
-Κυρ’ τράγε μου, αν είχες γνώση όσες τρίχες έχεις στο γένι σου, δεν θα έμπαινες μέσα στο πηγάδι πριν σκεφτείς με ποιον τρόπο θα έβγαινες από εκεί.
Ο λαγός και η χελώνα
Ένα ανοιξιάτικο πρωινό ένας λαγός είχε βγεί έξω από την φωλιά του και έτρωγε φρέσκο χορταράκι. Καθώς έτρωγε, είδε να περνάει λίγο πιο κάτω μια χελώνα και του φάνηκε τόσο αστείο το περπάτημά της, που άρχισε να την κοροιδεύει οτι ήταν πιο αργή και από τα σαλιγκάρια. Η χελώνα σταμάτησε, γύρισε προς τον λαγό και του είπε:
-Τί θα έλεγες να τρέξουμε σε έναν αγώνα δρόμου για να δούμε ποιός είναι πιο γρήγορος απο τους δύο;
Aυτό ήταν! Ο λαγός έπεσε κάτω και άρχισε να χτυπιέται από τα γέλια. Βλέποντας όμως πως η χελώνα παρέμενε σοβαρή, κατάλαβε οτι δεν του το είπε για αστείο και έτσι δέχτηκε την πρόκληση. Η αλεπού, ως καταλληλότερη, όρισε το σημείο που θα ξεκινούσαν τη διαδρομή και το σημείο του τερματισμού.
Ο αγώνας ορίστηκε για το επόμενο πρωινό και πράγματι, οι δύο διαγωνιζόμενοι και πολλά ζώα του δάσους βρίσκονταν πρωί-πρωί στην αφετηρία. Η αλεπού έδωσε το σύνθημα και ο αγώνας ξεκίνησε. Η χελώνα χωρίς να χάσει χρόνο άρχισε να περπατάει, αργά βέβαια, και ήδη είχε καλύψει τα πρώτα εκατοστά της διαδρομής. Ο λαγός βλέποντας τον ρυθμό του αντιπάλου του, και νυστάζοντας μιας και ήταν πολύ πρωί, σκέφτηκε να κοιμηθεί λιγάκι και όταν ξυπνήσει θα έτρεχε όπως μόνο αυτός μπορεί και θα τερμάτιζε σίγουρα πρώτος.
Έτσι η χελώνα συνέχισε να περπατάει, ενώ ο λαγός το έριξε στον ύπνο. Πέρασε αρκετή ώρα και κάποια στιγμή ο λαγός ξύπνησε.
-Καιρός για τρέξιμο, είπε και ξεκίνησε.
Παραξενεύτηκε πολύ που δεν συναντούσε την χελώνα και για μια στιγμή σκέφτηκε ότι θα είχε εγκαταλείψει τον αγώνα αφού έτσι κι αλλιώς τον είχε χαμένο απο χέρι. Περισσότερο όμως ξέρετε πότε παραξενεύτηκε; Όταν έφτασε στο σημείο τερματισμού και είδε την χελώνα να τον περιμένει μασώντας ένα φυλλαράκι και έχοντας μια έκφραση θριάμβου στο πρόσωπό της.
Έτσι η χελώνα κέρδισε τον λαγό σε αγώνα δρόμου, όχι βέβαια γιατί τρέχει πιο γρήγορα απο αυτόν, αλλά γιατί παρέμεινε πιστή στον σκοπό της και δεν έδειξε όπως ο λαγός αλαζονεία!
Ο Ψεύτης Βοσκός
Ήταν κάποτε ένας βοσκός που είχε ένα κοπάδι με αρκετά πρόβατα και ένα μαντρί έξω από το χωριό του. Κάθε πρωί, οδηγούσε τα πρόβατα σε ένα καταπράσινο λόφο κοντά στο μαντρί και τα άφηνε να βοσκήσουν με την ησυχία τους.
Συνήθως περνούσε την ώρα του παίζοντας με την φλογέρα του, αλλά να που μια μέρα την ξέχασε στο μαντρί. Μη έχοντας τί να κάνει, σκέφτηκε να σκαρώσει μια φάρσα στους συγχωριανούς του. Ανέβηκε σε ένα βράχο και άρχισε να φωνάζει προς την κατεύθυνση του χωριού. «Βοήθεια συγχωριανοί, λύκοι στα πρόβατα μου. Τρέξτε. Βοήθεια!»
Οι άντρες του χωριού άρπαξαν ό,τι βρήκαν μπροστά τους και έτρεξαν να βοηθήσουν τον βοσκό, που μόλις τους είδε άρχισε να γελάει με το πάθημά τους.
Ο βοσκός, όπως φαίνεται, βρήκε πολύ αστείο αυτό που έκανε, αφού το επανέλαβε 2-3 φορές ακόμα και κάθε φορά οι συγχωριανοί του έτρεχαν να τον βοηθήσουν.
Να όμως που μια μέρα, μια αγέλη πεινασμένων λύκων όρμισαν στο κοπάδι του βοσκού και άρχισαν να το ξεκληρίζουν. Τρομαγμένος ο βοσκός έβαλε τις φωνές και καλούσε σε βοήθεια: «Βοήθεια συγχωριανοί. Λύκοι τρώνε τα πρόβατά μου. Τρέξτε. Βοήθεια!»
Κανείς όμως δεν πήγε να τον βοηθήσει αφού όλοι νομίζανε οτι για άλλη μια φορά ήθελε να γελάσει μαζί τους.
Εκείνη την φορά οι μόνοι που γέλασαν ήταν οι λύκοι.Βρήκαν πρώτης τάξεως φαγητόκαι το έφαγαν με την ησυχία τους.Μόνο έναςανθρωπος εκεί κοντά κάτι φώναζε αλλά όπως είναι γνωστό οι λύκοι δεν γνωρίζουν την ανθρώπινη γλώσσα για να καταλάβουν τί έλεγε και έτσι συνέχισαν ανενόχλητοι το φαί τους .
Αυτά παθαίνει λοιπόν, όποιος λέει ψέματα!
Κυριακή 19 Δεκεμβρίου 2010
Η μαγική σκόνη των Χριστουγέννων
Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού του, ο Άι Βασίλης είχε πάντα λίγη Χριστουγεννιάτικη σκόνη μέσα στην τσέπη του.Τη σκόρπιζε πάνω στο σακί του για να μπορέσει κι αυτό να χωρέσει όλα τα παιχνίδια των παιδιών. Τη σκόρπιζε ακόμη και στο Χριστoυγεννιάτικο δέντρο που έτσι τον βοηθούσε με χαρά να βολέψει από κάτω τα δώρα. Αυτή η μαγική σκόνη τον εξυπηρετούσε πάρα πολυ.
Μια φορά όμως του έκανε το ταξίδι άνω κάτω!
Μόλις που είχε ακουμπήσει τα δώρα στο σαλόνι του τελευταίου σπιτιού ο Άι Βασίλης και του είχε μείνει λίγη σκόνη στην παλάμη για να σκορπίσει στην καμινάδα. Καθώς ήταν και λιγάκι συναχωμένος, βιαζόταν να γυρίσει στο σπίτι του, να πέσει στο κρεβάτι του και να ξεκουραστεί.
Αλλά "αψού" φταρνίστηκε και όλη η μαγική σκόνη σκορπίστηκε πάνω στα δώρα. "Μα τα κέρατα των ταράνδων μου" αναφώνησε ο Άι Βασίλης πανικόβλητος καθώς όλα τα παιχνίδια ζωντάνεψαν.
Βγήκαν από τα πακέτα τους και άρχισαν να παίζουν.
Οι κούκλες έλυσαν τις κορδέλες για να τις φορέσουν στα άλογα και τα στρατιωτάκια έκαναν έφοδο στο μπαούλο.
Το ξύλινο αεροπλανάκι έκανε τους έλικές του να γυρίζουν λες και ήταν έτοιμοι να ξεκολλήσουν και ένα κουνιστό αλογάκι έκανε βόλτες πάνω στο χαλί.
Ο Άι Βασίλης πήγαινε να τρελαθεί: μόλις τακτοποιούσε ένα παιχνίδι, ένα άλλο περνούσε πίσω από την πλάτη του βγαίνοντας από το κουτί του.
Σταθμοί είχαν απλωθεί σ' όλο το σπίτι και το ηλεκτρικό τρενάκι έτρεχε πάνω στις ράγες.
Τα παιχνίδια γελούσαν και διασκέδαζαν σαν παλαβά.
"ΑΡΚΕΤΑ!" φώναξε ο Άι Βασίλης.
"Στα κουτιά σας αμέσως! Τα παιδιά θα ξυπνήσουν σε λίγο. Καθίστε φρόνημοι."
Αν και ο Άι Βασίλης είχε γίνει έξω φρενών, τα παιχνίδια δεν τον άκουγαν. Αντίθετα άρχισαν πάλι να φεύγουν εδώ κι εκεί και συνέχισαν ανέμελα το παιχνίδι τους.
Ο Άι Βασίλης συνέχισε να κυνηγάει τα παιχνίδια, για να τα εμποδίσει να κάνουν αταξίες μέχρι το πρωί.
Η επίδραση της σκόνης πέρασε τελικά και με την πρώτη αχτίδα της μέρας, τα παιχνίδια έπεσαν στο πάτωμα ακίνητα.
Ο Άι Βασίλης βιάστηκε να τα τυλίξει και πάλι στα κουτιά τους. Μόλις που είχε τελειώσει το δέσιμο της τελευταία κορδέλας, όταν άκουσε τα παιδιά να καταφθάνουν. Τρύπωσε στο τζάκι, αλλά δυσκολευόταν να σκαρφαλώσει στην καμινάδα. Χωρίς τη σκόνη ήταν πολύ στενή!
Ευτυχώς τα παιδιά βιάζονταν τόσο να ανοίξουν τα δώρα τους, που κανένα δεν πρόσεξε ότι οι φιόγκοι δεν ήταν τόσο προσεκτικά δεμένοι, ούτε ότι από την καμινάδα έπεφτα μικρά συννεφάκια στάχτης.
Πράγματι, τα Χριστούγεννα ο Άι Βασίλης δεν προλαβαίνει να ξεκουραστεί ούτε λεπτό!
Δευτέρα 2 Αυγούστου 2010
Η παγωμένη πολιτεία και ο μονόχειρας γίγαντας
Μια φορά και έναν καιρό πριν από πολλά χρόνια ζούσε σε μια μακρινή και παράξενη πολιτεία ένας βασιλιάς. Μαζί μ' αυτόν στο πανύψηλο και πανέμορφο παλάτι έμενε η βασίλισσα και η όμορφη κόρη τους που την έλεγαν Ελιάννα. Το παλάτι τους ήταν χτισμένο στην κορυφή ενός βουνού το οποίο ήταν πάντοτε χιονισμένο.Κάτι όμως δεν πήγαινε καλά σ' εκείνη την χώρα. Σε ολόκληρη την πολιτεία υπήρχε κάτι το εντελώς παράξενο. Όλοι, μα όλοι οι κάτοικοι, μαζί και η βασιλική οικογένεια, ήταν φαλακροί. Κανένας τους δεν είχε στο κεφάλι του ούτε μια τρίχα. Τι περίεργο αλήθεια! Όμως δεν ανησυχούσαν, συνέχιζαν τη ζωή τους στην παγωμένη πολιτεία σαν να ήταν όλα φυσιολογικά.
Χιόνια και πάγοι σκέπαζαν τα σπίτια τους. Οι λίμνες ήταν τόσο παγωμένες που τα πουλιά έκαναν τσουλήθρα πάνω τους. Τα δέντρα ολόγυρα έστεκαν κοκαλωμένα και τα κλαδιά τους ακίνητα. Λες και κάποιο μαγικό χέρι τα είχε ακινητοποιήσει. Χρώματα δεν υπήρχαν πουθενά, παρά ήταν όλα άσπρα κάτασπρα.
Η καημένη Ελιάννα περνούσε τις περισσότερες ώρες της μέσα στο παλάτι, διότι έξω έκανε παγωνιά. Είχε για μοναδική συντροφιά τον αχώριστο φίλο της -ένα δικέφαλο άλογο που το είχε μεγαλώσει η ίδια. Κάθε απόγευμα έβγαινε από την αυλή του παλατιού στο δάσος παρέα με το δικέφαλο άλογο και καθόταν πλάι σε μια παγωμένη λιμνούλα κάτω από ένα πελώριο δέντρο.
Μαζί της έπαιρνε κι ένα βιβλίο που το αγαπούσε τόσο πολύ και χανόταν μέσα στις ιστορίες του. Και καθώς οι μέρες περνούσαν, όλα εξακολουθούσαν να παραμένουν ίδια. Το χιόνι, οι άνθρωποι και η πριγκίπισσα.
Ώσπου μια μέρα, που ήταν παγερή όπως όλες οι άλλες αλλά ο ήλιος ήταν ψηλά, κι ενώ η πριγκίπισσα καθόταν πλάι στη λιμνούλα και διάβαζε το αγαπημένο της βιβλίο ξαπλωμένη στη ρίζα του δέντρου, άκουσε από μακριά βήματα. Δεν ήταν συνηθισμένα βήματα. Ήταν βαριά και επίμονα. Κάποιος έτρεχε προς το μέρος της. Σήκωσε το κεφάλι της και είδε μια πελώρια σκιά.-Ποιός είναι;
Ρώτησε φοβισμένη. Μα κανείς δεν απαντούσε. Το δικέφαλο άλογο τρομοκρατημένο σήκωσε τα μπροστινά πόδια του χλιμιντρίζοντας και κάλπασε μακριά.-Ποιός είναι;
Ρώτησε για δεύτερη φορά η Ελιάννα. Ξάφνου πίσω από τον πλατύ κορμό του τεράστιου δέντρου εμφανίστηκε ένας γίγαντας. Δεν ήταν άσχημος αλλά ήταν τουλάχιστον τέσσερις φορές ψηλότερος από οποιονδήποτε είχε δει ποτέ της.
Η Ελιάννα πάγωσε από το φόβο της. Με το ελάχιστο κουράγιο που τις είχε απομείνει και με τρεμάμενη φωνή είπε:-Τι θες εδώ; Ποιός είσαι;
Κι ο γίγαντας αποκρίθηκε:-Μη φοβάσαι, δεν θέλω το κακό σου. Έρχομαι από μια μακρινή χώρα από όπου με έδιωξαν επειδή μου λείπει το ένα χέρι και γι' αυτό τους είμαι άχρηστος. Από τότε περιπλανιέμαι ψάχνοντας να βρω ένα μέρος να μείνω αλλά με διώχνουν από παντού. Όλοι με φοβούνται. Σε παρακαλώ πάρε με μαζί σου κι εγώ θα προσφέρω σ' εσένα και το λαό σου αυτό που πραγματικά χρειάζεστε.
-Μα δεν χρειαζόμαστε κάτι,
είπε η Ελιάννα.-Χρειάζεστε μα δεν το ξέρετε. Πάρε με μαζί σου και δεν θα χάσεις.
Έτσι η πριγκίπισσα, κρυφά από όλους, έδωσε στέγη στο γίγαντα μέσα στην κουφάλα του πελώριου δέντρου και ο γίγαντας στρώθηκε στη δουλειά για να εκπληρώσει την υπόσχεσή του. Μετά από λίγες εβδομάδες, ο γίγαντας παρουσιάστηκε στην Ελιάννα για να της δώσει ένα μαγικό χρυσό κλειδί που έφτιαξε ο ίδιος με τις μυστικές τέχνες που κατείχε.-Πάρε αυτό το κλειδί. Πήγαινε στο ψηλό βουνό βόρεια από το παλάτι και στην κορυφή του θα βρεις μια σπηλιά. Μπες μέσα και τράβα το παλιό σκουριασμένο μα πολύτιμο σεντούκι. Πρόσεχε όμως, μην το ανοίξεις όσο θα είσαι εκεί. Θα το φέρεις εδώ, θα το βάλεις στην πλατεία της πόλης και τότε θα το ανοίξεις μπροστά σε όλους.
Έτσι κι έγινε. Η Ελιάννα έφερε το σεντούκι με τη βοήθεια του δικέφαλου αλόγου, το έβαλε στη μέση της πλατείας και όλοι μαζεύτηκαν περίεργοι για το τι θα δουν. Όταν όλοι ήταν παρόντες, η πριγκίπισσα έβαλε το χρυσό κλειδί στη σκουριασμένη κλειδαριά.
Τρία βαριά κρακ ακούστηκαν καθώς γύριζε το κλειδί. Τότε καθώς η Ελιάννα άνοιγε το καπάκι, όλα άστραψαν.
Ζεστές ακτίνες έπεσαν πάνω στα ψυχρά σπίτια και στις παγωμένες λίμνες. Οι πάγοι άρχισαν να λιώνουν και το χιόνι γινόταν νερό. Τα χρώματα επανήλθαν στο τοπίο και στους ανθρώπους. Και το πιο περίεργο από όλα. Όλοι έβγαλαν μαλλιά! Η Ελιάννα είχε μακριά κατάξανθα μαλλιά. Ο ήλιος πλέον ήταν ζεστός ψηλά στον γαλανό ουρανό και χαμόγελα ήρθαν στα πρόσωπα των ανθρώπων.-Ήταν ακριβώς ό,τι χρειαζόμασταν αλλά δεν γνωρίζαμε ότι υπήρχε τέτοια ομορφιά. Σ' ευχαριστώ από τα βάθη της καρδιάς μου και εκ μέρους όλων των κατοίκων της πολιτείας,
είπε η Ελιάννα στο γίγαντα.-Η χαρά ήταν δική μου, καλή μου πριγκίπισσα. Μόνο εσύ από όλους τους ανθρώπους με βοήθησες. Άρα όλα οφείλονται στην δική σου καλοσύνη.
Τώρα όλη η πολιτεία ευγνωμονούσε τον μονόχειρα γίγαντα. Ένιωθαν όλοι πως κάτι έπρεπε να κάνουν για να τον ευχαριστήσουν. Έτσι ο βασιλιάς ο ίδιος πήγε στην χώρα των γιγάντων και αυτοπροσώπως τους ευχαρίστησε για τη βοήθεια που προσέφερε στην πολιτεία του ο μονόχειρας γίγαντας. Οι άλλοι γίγαντες ένιωσαν περηφάνια, κι έτσι τον δέχτηκαν πίσω σαν φίλο κι ας ήταν μονόχειρας.
Όσο για το χέρι που του έλειπε, κανένας δεν είπε ξανά το παραμικρό γι' αυτό, μια και η καλή του καρδιά δεν άφηνε κανένα να δει το πρόβλημά του.
Δευτέρα 26 Ιουλίου 2010
Η πανούργα Σταφυλή
Αλήθεια, πόσοι από εμάς δεν γνωρίζουν την Φρουτοπία; Σχεδόν όλοι μας έχουμε γελάσει με τα καμώματα του Πίκου Απίκου, του Αιμίλιου του Μήλου, της Μάτας της Τομάτας και των υπολοίπων φρούτων και λαχανικών που εμφανίζονται στο διασκεδαστικό έργο του Ευγένιου Τριβιζά. Ελάχιστοι όμως γνωρίζουν ότι πριν τη Φρουτοπία υπήρξε μια άλλη ιδιότυπη σύναξη φρούτων σχεδόν 9 αιώνες πριν!Ο «Πωρικολόγος» είναι ένα διήγημα στο οποίο ο άγνωστος βυζαντινός συγγραφέας του 12ου αιώνα περιγράφει την συνάθροιση των φρούτων σε ένα κωμικό δικαστήριο, όπου καταδικάζεται η πανούργα Σταφυλή για τα ψέματά της.
Αυτό το έργο γράφτηκε με σκοπό να δηλώσει τις επικίνδυνες ιδιότητες του κρασιού (και κατ’ επέκταση των αλκοολούχων ποτών) αλλά και για να σατιρίσει τα περίπλοκα αξιώματα της βυζαντινής αυλής.
~
Όταν βασίλευε στη χώρα των Φρούτων ο ένδοξος Κυδώνιος και αρχιστράτηγος ήταν ο διάσημος Κίτρος, και οινοχόος της αυλής ήταν ο Ρόδιος, και αρχιγραμματέας ήταν ο Αχλάδης και αρχινομοθέτης ήταν ο Μήλος, και αρχιράφτης ήταν ο Νεράτζης, και αυλικοί ήταν ο Μπανανίας, ο Κεράσιος, ο Σύκος και ο Ακτινίδιος, στήθηκε δικαστήριο επειδή η πανούργα Σταφυλή κατηγόρησε τον διάδοχο Πιπέριο και τον αρχηγό των σωματοφυλάκων Ανανία ότι συνωμοτούσαν κατά του βασιλιά.
Αφού ο βασιλιάς Κυδώνιος άκουσε προσεκτικά τις κατηγορίες που εξαπέλυσε η πανούργα Σταφυλή, με θυμό την ρώτησε:
«Έχεις μάρτυρες για αυτά που λες;»
Και αυτή απάντησε:
«Ναι Βασιλιά μου, έχω τον παπα-Πεπόνη, την Φραουλίτσα την καθαρίστρια του παλατιού και την Τοματία την αρχιφουρνάρισα της αυλής.»
Αμέσως τότε πετάχτηκε ο κύριος Κρεμύδιος ο μέγας δικηγόρος με την κόκκινη διπλοτριπλόπτυχη στολή του και το μούσι του να σέρνεται στα πατώματα και στάζοντας φαρμάκι είπε στο βασιλιά:
«Βασιλιά μου, ορκίζομαι στον αδερφό μου τον Σκόρδιο και την ξαδέρφη μου την Κάπαρη και στον ανηψιό μου τον Ραπανάκη και στον συμπέθερό μου τον Πράσο το μουστακαλή και στον θείο μου τον Μαϊντανό, σε όλους αυτούς ορκίζομαι, ότι η Σταφυλή λέει ψέματα από ζήλια.»
Τότε ο βασιλιάς Κυδώνιος παρήγγειλε στους ενόρκους:
«Σεβαστὲ Μαρούλιε, Πορτοκαλάκη μέγα ξιφομάχε, Μανταρίνε μόδιστρε και Σπανάκη πεταλωτή, πρέπει να κρίνετε μόνοι σας ποιος είναι ο ψεύτης. Η Σταφυλή ή ο Κρεμύδιος.»
Και αυτοί απάντησαν:
«Βασιλιά μας Κυδώνιε, θέλουμε να αποδοθεί δικαιοσύνη, να χυθεί άπλετο φως στην υπόθεση, γι’ αυτό σας ικετεύουμε να καλέσετε στο δικαστήριο τους σοφούς άρχοντες της χώρας για να μας βοηθήσουν.»
Έτσι κι έγινε. Ο βασιλιάς έστειλε αγγελιοφόρους σε κάθε γωνιά της χώρας να ειδοποιήσουν τους σοφούς άρχοντες. Αφού συγκεντρώθηκαν όλοι μαζί για να αναζητήσουν την αλήθεια και την δικαιοσύνη και αφού εξέτασαν τους μάρτυρες και όλα τα στοιχεία, έκριναν ότι η Σταφυλή. . . έλεγε ψέματα.
Τότε ο βασιλιάς θυμωμένος έριξε βαριά κατάρα στην Σταφυλή με τα παρακάτω λόγια:
«Αφού είπες ψέματα στο βασιλιά σου, σε καταριέμαι για όλη σου τη ζωή να κρέμεσαι από στραβό ξύλο, να σε κόβουν με το μαχαίρι και να σε πατάνε. Όποιος πίνει το χυμό σου να μεθάει, να μην ξέρει τι κάνει και τι λέει, να κουτουλάει από τοίχο σε τοίχο και να τον κοροϊδεύουν όλοι! Και να κυλιέται σαν γουρούνι, και τα πουλιά να τον τσιμπολογούν και τα σκυλιά να τον δαγκώνουν χωρίς να καταλαβαίνει τίποτα έτσι μεθυσμένος καθώς θα ‘ναι.»
Αυτά τα βαριά λόγια λοιπόν ξεστόμισε ο βασιλιάς Κυδώνιος στη Σταφυλή, επειδή αυτή τόλμησε να πει ψέματα στον ίδιο το βασιλιά της. Αμέσως τότε φώναξαν σύσσωμοι οι σοφοί άρχοντες και το ακροατήριο:
«Πολύχρονη, βασιλιά μας πολυχρονεμένε, πολύχρονη να είναι η βασιλεία σου, διότι είσαι ο πιο ευγενής από όλους. Ζήτω!»
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
Βίρα τις άγκυρες!
Το Μικρό Καράβι είναι φορτωμένο με θησαυρούς από την Ελληνική προφορική παράδοση. Ταξιδέψτε μαζί του!
Στα δίχτυα μας
- Αίσωπος (11)
- Απόκριες (2)
- Γιορτή της Μητέρας (1)
- Γλωσσοδέτες (2)
- Καθαρά Δευτέρα (2)
- Κουκλοθέατρο (3)
- Νέα (17)
- Παιχνίδια (33)
- Παιχνιδοτράγουδα (9)
- Παραδόσεις (6)
- Παραμύθια (16)
- Παράφραση (1)
- Πάσχα (2)
- Πρωταπριλιά (1)
- Πρωτομαγιά (1)
- Τραγούδια (36)
- Τσικνοπέμπτη (1)
- Χριστούγεννα (3)
Στο αμπάρι
-
►
2015
(2)
- ► Σεπτεμβρίου (2)
-
►
2011
(69)
- ► Σεπτεμβρίου (3)
- ► Φεβρουαρίου (11)
- ► Ιανουαρίου (17)





