Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κουκλοθέατρο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κουκλοθέατρο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Κυριακή 16 Οκτωβρίου 2011

Το Γυάλινο Βουνό

Στο παλάτι όλοι είναι στεναχωρημένοι, γιατί η μικρή Πριγκίπισσα πλήττει, βαριέται και δεν έχει με τι να ασχοληθεί.
Ανοίγει η αυλαία. Δωμάτιο στο παλάτι.

ΒΑΣΙΛΙΑΣ: Αγαπητό μου παιδί, τι θα μπορούσε να κάνει κανένας γι’ αυτή τη βαρεμάρα, την πλήξη , που σε πιάνει κάθε λεπτό!
ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ: Δεν ξέρω.
ΒΑΣΙΛΙΑΣ: Ίσως ο πιστός και αφοσιωμένος αυλικός μου να μπορέσει να μας βοηθήσει. (Χτυπά τα χέρια του). Να έρθει ο αυλικός μου
ΑΥΛΙΚΟΣ: Έφτασα, έφτασα. Να ‘μαι!
ΒΑΣΙΛΙΑΣ: Πες μας γρήγορα ένα τραγούδι, ένα ωραίο τραγούδι. Η Πριγκίπισσα, η κόρη μου, έχει κυριευτεί από ανία. Πλήττει. Βαριέται. Δεν την ευχαριστεί τίποτα.
ΑΥΛΙΚΟΣ: Εγώ να τραγουδήσω; Μα αυτό είναι αδύνατον, προς θεού! Είναι αδύνατον!
ΒΑΣΙΛΙΑΣ: Τραγούδησε αμέσως ένα τραγούδι. Διαφορετικά θα χάσεις την θέση σου εδώ στο παλάτι μου. Θα σε απαλλάξω από τα καθήκοντά σου.
ΑΥΛΙΚΟΣ: Μα δεν μπορώ, δεν μπορώ! Εγώ ποτέ μου δεν τραγούδησα! Και τώρα σε αυτήν την ηλικία είναι αργά πια!
ΒΑΣΙΛΙΑΣ: Ε, τότε σφύριξε μας κάτι!
ΑΥΛΙΚΟΣ: Και… πως γίνεται αυτό; Ένας αυλικός να σφυρίζει .
ΒΑΣΙΛΙΑΣ: Άρχισα να χάνω την υπομονή μου. Εμπρός τραγούδα. ΣΕ ΔΙΑΤΑΖΩ!
ΑΥΛΙΚΟΣ: Μα πάλι θα τα λέμε; Δεν μπορώ. Δεν ξέρω να τραγουδώ.
ΒΑΣΙΛΙΑΣ: Τότε να μάθεις αυτή τη στιγμή. Εμπρός!
ΑΥΛΙΚΟΣ: Αχ, τι να κάνω ο άμοιρος! Τι δυστυχία είναι αυτή που με βρήκε ξαφνικά! ( αρχίζει να τραγουδά άσχημα, φοβερά παράφωνα )
ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ: Φτάνει, φτάνει! Σταμάτησε πια αυλικέ, γιατί θα το βάλω στα πόδια. Τέτοιο φρικτό τραγούδι δεν άκουσα ποτέ μου. Τα αυτιά μου ακόμα βουίζουν…
ΒΑΣΙΛΙΑΣ: Ησυχία, πονούν τα αυτιά της Πριγκίπισσας μας .
ΑΥΛΙΚΟΣ: Μα σας το είχα πει! Σας είχα προειδοποιήσει Μεγαλειότατε, ότι δεν μπορώ να τραγουδήσω. Ποτέ μου δεν τραγουδώ. Δεν έχω καθόλου καλή φωνή.
ΒΑΣΙΛΙΑΣ: Tότε να μας χορέψεις κάτι.(Χτυπά παλαμάκια). Μουσική! (Ακούγεται μουσική χορού).
ΑΥΛΙΚΟΣ: Ax, τι μαρτύριο είναι αυτό πρωί-πρωί; Και μόλις έφαγα το πρωινό μου! (Χορεύει κωμικά, γελοία, ενώ παίζει η μουσική).
ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ: (Τρελαίνεται στα γέλια)
ΒΑΣΙΛΙΑΣ: Α, επιτέλους! Να που άρεσε κάτι στην πριγκίπισσα μας. Συνεχίστε τον χορό κυρ-αυλικέ. Συνεχίστε! Μην σταματάτε καθόλου.
ΑΥΛΙΚΟΣ: (Λαχανιασμένος). Έλεος κυρ-Βασιλιά, δεν μπορώ άλλο. Πλάνταξα! Θα σκάσω. Αν ακούσετε κανένα ΜΠΑΜ, θα είμαι εγώ που έσκασα! Ωχ, Ωχ, Ωχ! Τώρα στα γεράματα να χορεύω σαν αρκούδα!
ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ: (Ξανάγινε σοβαρή. Δεν γελάει πια. Είναι λυπημένη. Πλήττει).
ΒΑΣΙΛΙΑΣ: Μη στενοχωρείς άλλο την πριγκίπισσα. Μην σταματάς καθόλου. Χόρευε, χόρευε…
ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ: Όχι, φτάνει πια! Αυλικέ σταμάτα. Κι ο χορός με κάνει να πλήττω. Μπορείτε να πηγαίνετε.
ΒΑΣΙΛΙΑΣ: Ξέρεις κόρη μου, σκέφτηκα ότι ίσως να πεινάς. Μήπως θέλεις να διατάξω να σου φέρουν αμέσως δύο αυγά μάτια με βούτυρο λουλουδιών;
ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ: Όχι, δεν θέλω να φάω τίποτα. Δεν πεινώ. Βαριέμαι. Πλήττω
ΒΑΣΙΛΙΑΣ: Τότε να φωνάξω την Κυρία επί των Τιμών. Αυτή, σίγουρα θα βρει κάτι να σε διασκεδάσει, κάτι να περάσει ευχάριστα η ώρα σου.(Χτυπά το κουδούνι . Παρουσιάζεται ένας υπηρέτης). Να έρθει αμέσως η Κυρία επί των Τιμών.
ΚΥΡΙΑ-ΤΙΜΩΝ: Μεγαλειότατε, με ζητήσατε; Τι επιθυμείτε;
ΒΑΣΙΛΙΑΣ: Αλλαγή. Κάτι άλλο, κάτι καινούργιο που να ευχαριστεί την κόρη μου και πριγκίπισσα μας που πλήττει.
ΚΥΡΙΑ-ΤΙΜΩΝ: Μα, Μεγαλειότατε, αφού έχετε τόσα πλούτη! Έχετε ό,τι επιθυμείτε, ό,τι θα μπορούσε κάποιος να ονειρευτεί. Ένα μαρμαρόχτιστο παλάτι με 500 δωμάτια! Διαμάντια, χρυσάφι, πολύτιμους λίθους! Χιλιάδες βελουδένια, μεταξωτά και χρυσά φορέματα! Χιλιάδες υπηρέτες και υπηκόους! Και… τα ωραιότερα φαγητά. Κάθε μέρα μπορείτε να τρώτε τα πιο νόστιμα και σπάνια φαγητά.
ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ: Αυτά, όλοι μας τα βαρεθήκαμε πια!
ΒΑΣΙΛΙΑΣ: Παιδί μου, πως μιλάς εσύ έτσι; Εσύ, μια πριγκίπισσα, που ζεις μέσα στον πλούτο και το μεγαλείο. Το μικρό σου δαχτυλάκι να κουνήσεις , όλο το προσωπικό του Παλατιού θα πέσει στα πόδια σου.
ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ: Μα εγώ θέλει να γίνει κάτι πολύ παράξενο. Κάτι αλλιώτικο, κάτι τρελό, να συγκινηθώ, να διασκεδάσω.
ΒΑΣΙΛΙΑΣ: Ε, τότε, Κυρία επί των Τιμών, ας βρεθεί κάτι αμέσως διαφορετικό, κάτι τρελό για την πριγκίπισσα μας.
ΚΥΡΙΑ-ΤΙΜΩΝ: Μα η ίδια είναι διαφορετικά παλαβή.
ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ: Χα χα , αυτό πολύ σωστά το είπατε!
ΒΑΣΙΛΙΑΣ: Τώρα που γέλασε η πριγκίπισσα μας , σας διατάζω να κάνετε αμέσως τρεις τούμπες.
ΚΥΡΙΑ-ΤΙΜΩΝ: Αδύνατον, μου ανεβαίνει το αίμα στο κεφάλι!
ΒΑΣΙΛΙΑΣ: Τότε να χορέψετε τον χορό της κοιλιάς.
ΚΥΡΙΑ-ΤΙΜΩΝ: Μα τι λέτε Μεγαλειότατε; Η Κυρία επί των Τιμών να χορέψει τον χορό της κοιλιάς! Θα με κοροϊδεύει και θα γελάει μαζί μου όλη η Αυλή!
ΒΑΣΙΛΙΑΣ: Αυτό δεν μας ενδιαφέρει, αρκεί να γελάσει και να διασκεδάσει η πριγκίπισσα.
ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ: Άσε πατέρα. Δεν ωφελεί την κατάσταση μου τίποτα από όλα αυτά. Ωχ, πόσο πλήττω!!! Θα πάω για λίγο έξω στον κήπο, μόνη μου.
ΒΑΣΙΛΙΑΣ: Μήπως θέλεις να σου τραγουδήσει κάτι το πράσινο αηδόνι;
ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ: (Κουνάει το κεφάλι της αρνητικά και φεύγει).
ΒΑΣΙΛΙΑΣ: Καημένο παιδί, δεν υπάρχει τίποτα στον κόσμο που μπορεί να σε διασκεδάσει.
(Αλλαγή σκηνικού. Στον κήπο)
ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ: Α, εδώ στον κήπο είναι πολύ πιο όμορφα. Δεν θέλω να ακούω τραγούδια, ούτε να βλέπω χορούς. Δεν θέλω ούτε εγώ η ίδια να τραγουδήσω, ούτε να χορέψω, ούτε να φάω. Θέλω να κάνω κάτι που δεν έχω κάνει ποτέ ως τώρα. Θέλω να κάνω κάτι που απαγορεύεται. Χμ, το βρήκα! Θα σκαρφαλώσω στη μάντρα του κήπου να δω τι γίνεται πίσω από εκεί.
(Σκαρφαλώνει σε ένα τοίχο και χάνεται πίσω)

(Αλλαγή σκηνικού. Μέσα στο δάσος )

(Παρουσιάζεται ο Σκούφης . Ένας αστείος κούκλος, ντυμένος με χαρούμενα χρώματα και ένα σκουφί στο κεφάλι με μακριά φούντα που κουνώντας το, η σκούφια του πάει και έρχεται. Έχει φάτσα χαρούμενη, παιχνιδιάρικη και παιδική. Έχει πάντα κέφι και βοηθάει τους άλλους στις δύσκολες ώρες τους.)
ΣΚΟΥΦΗΣ: (Μιλάει στα παιδιά που βλέπουν κουκλοθέατρο)
Γεια σας καλά μου παιδιά! Μα γιατί κάθεστε έτσι ακίνητα στις καρέκλες σας; Εμπρός σηκωθείτε! Ελάτε μαζί μου, ελάτε να κάνουμε μια βόλτα μέσα σε αυτό το όμορφο δάσος . Κοιτάξτε, θα μας συνοδεύσει ο καλός και πιστός μου φίλος, ο Λούμπι. Έτσι Λούμπι;
ΛΟΥΜΠΙ: ΓΑΒ,ΓΑΒ!
ΣΚΟΥΦΗΣ: Εντάξει, συνεννοηθήκαμε! Και σε ευχαριστούνε όλα τα παιδιά εκεί κάτω και εγώ μαζί τους! (Κάνει βόλτες πάνω στη σκηνή).Α, τι ωραία που είναι να περπατάς στο δάσος! Η γιαγιά μου είπε σήμερα το πρωί: “ Σκούφη, είσαι αρκετά μεγάλος πια. Πήγαινε να γνωρίσεις τον κόσμο και να μάθεις μια τέχνη». Η γιαγιά μου έχει δίκιο. Μόνο που δεν ξέρω ακόμα τι επάγγελμα να διαλέξω. Εγώ θα προτιμούσα, βέβαια, να μείνω εδώ στο δάσος να ακούω το κελάηδισμα των πουλιών.
(Παρουσιάζεται ένας γέρος. Είναι ένας μάγος, ντυμένος τσοπάνης )

ΓΕΡΟΣ: Μπορώ να σε βοηθήσω εγώ σε αυτό. Εγώ είμαι πια ένας γέρος άνθρωπος και χρειάζομαι έναν νέο σαν και εσένα να με βοηθάει στη δουλειά μου.
ΣΚΟΥΦΗΣ: Και τι δουλειά θα κάνω;
ΓΕΡΟΣ: Θα μπορούσες να φυλάς τα πρόβατά μου. Κι έτσι, όλη τη μέρα θα μπορούσες να είσαι έξω, ή στο δάσος, ή στο λιβάδι και θα μπορείς να ακούς και το κελάηδημα των πουλιών.
ΣΚΟΥΦΗΣ: Αχ, τι όμορφα! Θα μου άρεσε πολύ αυτό. Εσύ Λούμπι, πιστέ μου φίλε, θα μπορούσες να με βοηθήσεις να φυλάω τα πρόβατα;
ΛΟΥΜΠΙ: ΓΑΒ,ΓΑΒ!
ΣΚΟΥΦΗΣ: Σε ευχαριστώ , Λούμπι.
ΓΕΡΟΣ: Μόνο που πρέπει να τα φυλάς προσεχτικά! Να μη χαθεί κανένα. Υπάρχει πάντα ο λύκος που παραφυλάει να αρπάξει τα πρόβατά μου.
ΣΚΟΥΦΗΣ: Αλήθεια, πόσα έχετε;
ΓΕΡΟΣ: Ενενήντα εννέα.
ΣΚΟΥΦΗΣ: Έχετε λοιπόν μεγάλο κοπάδι.
ΓΕΡΟΣ: Μόνο ένα πράγμα θέλω να προσέξεις. Μπορείς να αφήσεις τα πρόβατα να βόσκουν παντού, μόνο να μην τα αφήσεις ποτέ να πάνε στην μεγάλη πρασινάδα, εκεί κάτω. Ναι, ναι. Εκεί που είναι τα μεγάλα πλατάνια. Κι εσύ, δεν θέλω να πηγαίνεις εκεί, σύμφωνοι;
ΣΚΟΥΦΗΣ: Σύμφωνοι. Δεν θα πάω. Ας μιλήσουμε τώρα για την αμοιβή μου.
ΓΕΡΟΣ: Κάθε εβδομάδα θα παίρνεις 10 ευρώ, το φαγητό σου κάθε μέρα και ό,τι θέλεις να πιείς.
ΣΚΟΥΦΗΣ: (Μονολογεί).Δεν ακούγονται και άσχημα όλα αυτά.
(Δυνατά). Σύμφωνοι λοιπόν. Ας κλείσουμε την συμφωνία μας με το σφίξιμο των χεριών μας. (Σφίγγουν τα χέρια). Συμφωνείς και εσύ Λούμπι;
ΛΟΥΜΠΙ: ΓΑΒ,ΓΑΒ!
ΓΕΡΟΣ: Τότε πήγαινε αμέσως στη στάνη και βγάλε έξω τα πρόβατα να βοσκήσουν. (Αλλαγή σκηνικού. Άλλο τοπίο του δάσους. Ακούγεται μουσική από φλογέρα που γίνεται ολοένα πιο σιγανή. Ακούγεται ο Σκούφης που φωνάζει τα πρόβατα με διάφορες φωνές. Εμφανίζεται και μονολογεί).
ΣΚΟΥΦΗΣ: Τόσες μέρες βόσκω τα πρόβατα και δεν έμεινε πια πουθενά χορταράκι. Όσο κόβει το μάτι μου στα γύρω μέρη δεν βλέπω πουθενά χόρτο , εκτός από την πρασινάδα εκεί κάτω.(Αγγίζει με το χέρι του το στήθος του). Κύριε Σκούφη, προσοχή! Έχεις δώσει τον λόγο της τιμής σου να μην πας εκεί πέρα στα πλατάνια. Σύμφωνοι φίλε, αλλά βλέπεις ό,τι απαγορεύεται συνήθως το κάνουμε, αν και δεν θα έπρεπε. Για να σκεφτώ μια στιγμή, μήπως και ανακαλύψω κάτι άλλο που δεν θα βλάψει κανέναν. Το βρήκα! Ε, λοιπόν ναι, ο Λούμπι επιτρέπεται να πάει. Αυτό είναι. Για τα σκυλιά δεν απαγορεύεται. Λούμπι, ε, Λούμπι, αρκετά τεμπέλιασες. Καιρός να δουλέψεις και εσύ λίγο πιο εντατικά, να βγάλεις το ψωμάκι σου, όπως λέει και η γιαγιά. Λοιπόν, πήγαινε γρήγορα να δεις τι γίνεται εκεί κάτω και έλα αμέσως πίσω να μου πεις .
(Αλλαγή σκηνικού. Άλλο μέρος του δάσους. Παρουσιάζεται η πριγκίπισσα).
ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ: Όπα! Να’μαι στο λιβάδι του γείτονα. Αχ, πόσο ωραία είναι εδώ! Τέτοια ομορφιά δεν έχουν αντικρύσει τα μάτια μου μέχρι σήμερα… Το δάσος, τα δροσερά λιβάδια, η μυρωδιά των λουλουδιών, τα όμορφα χρώματα! Εδώ όλα είναι πιο όμορφα και πιο ενδιαφέροντα από όλα όσα έχουμε στο παλάτι. Και το πιο σπουδαίο από όλα είναι ότι αισθάνομαι ελεύθερη. Δεν έχω πια όλη την ώρα πίσω μου την Κυρία επί των Τιμών να με ακολουθεί σε κάθε βήμα, που πάω και τι κάνω. Εδώ στο δάσος όλα μου φαίνονται μαγευτικά και γεμάτα μυστήριο, όπως στα παραμύθια. Ας περπατήσω λίγο παρακάτω… Α, να ένα σκυλάκι…
(Παρουσιάζεται ο μάγος )
ΓΕΡΟΣ: Ποια είστε εσείς; Σε όλη μου τη ζωή δεν έχω δει ομορφότερη κοπέλα.
ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ: Γειά σας, είμαι η πριγκίπισσα.
ΓΕΡΟΣ: Ω, μα τι γλυκιά που είστε πριγκίπισσά μου
ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ: Πήδηξα πάνω από την Μάντρα του κήπου του παλατιού μας. Είχα μεγάλη περιέργεια να δω τι είναι πίσω από τον τοίχο. Πως είναι ο κόσμος έξω από το παλάτι.
ΓΕΡΟΣ: Και σας αρέσει το σπιτικό μας, πριγκίπισσά μου; Εγώ, ο Λούμπι και τα πρόβατα, έχουμε ολόκληρο το δάσος σπιτικό μας.
ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ: Είστε τυχεροί που έχετε τόση πρασινάδα, τόση δροσιά και τόση ελευθερία να τριγυρνάτε κατά το κέφι σας εδώ κι εκεί. Η αλήθεια είναι ότι τόσο ωραία πρασινάδα δεν είχα δει ως τώρα ούτε στα βιβλία με τα παραμύθια. Κι αυτό το βιβλίο που κρατάς στα χέρια σου, παραμύθια έχει μέσα;
ΓΕΡΟΣ: Βλέπω ότι είστε πολύ περίεργη. Δεν μπορώ να σας πω τι είναι αυτό το βιβλίο. Είναι κάτι μαγικό. Αυτό μόνο μπορώ να πω…
ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ: Ναι είμαι πολύ περίεργη. Αφού δεν θέλεις να μου πεις τι είναι το βιβλίο, πες μου, τουλάχιστον από πού έρχεται αυτή η περίεργη μουσική που ακούω τόση ώρα;
ΓΕΡΟΣ: Η μουσική αυτή έρχεται από το γυάλινο βουνό.
ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ: Δεν κατάλαβα καλά. Γυάλινο βουνό είπατε;
ΓΕΡΟΣ: Ναι , από ένα βουνό που είναι όλο από χρωματιστό γυαλί.
ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ: Θα πρέπει να είναι πολύ όμορφο.
ΓΕΡΟΣ: Ελάτε μαζί μου πριγκίπισσα και θα σας το δείξω.
ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ: Α, να το βλέπω κιόλας. Τι όμορφο, τι διασκεδαστικό, τι ενδιαφέρον που είναι αλήθεια! Ποτέ τα μάτια μου δεν είδαν ομορφότερο βουνό!
ΓΕΡΟΣ: Ούτε τα δικά μου. Μέσα στο βουνό υπάρχουν τα ομορφότερα κρύσταλλα του κόσμου.
ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ: Τι είπατε; Mπορεί κανείς να πάει στο βουνό; Πως μπορεί να γίνει αυτό;
ΓΕΡΟΣ: Με τα μαγικά στιχάκια που έχω μέσα σε αυτό το βιβλίο. (Διαβάζει)
Σύνεργο, βιβλίο μου, σύνεργο μου μαγεμένο,
βοήθα στο βουνό να μπω να βρω τον λογαριασμό,
στων αστεριών την συνοδειά, στης θάλασσας την αμμουδιά
μέσα στο γυαλόβουνο, έφτασα και πόδισα.

(Ο σκύλος ο Λούμπι κρυμμένος πίσω από ένα δένδρο τα είδε όλα. Είδε πως ο κακός μάγος φυλάκισε την πριγκίπισσα στο γυάλινο βουνό και τρέχει να ειδοποιήσει το φίλο του τον Σκούφη. Τη στιγμή που ξεκινά ανήσυχος κουνώντας την ουρά του συναντιέται με τον Σκούφη που μπαίνει στη σκηνή).

ΣΚΟΥΦΗΣ: Λοιπόν Λούμπι, ήταν όμορφα σε εκείνο το πράσινο λιβάδι; Μα εσύ φαίνεσαι πολύ αναστατωμένος από χαρά. Έλα πάψε να γαβγίζεις έτσι. Ά, τι με σκουντάς και με σπρώχνεις; Τρελάθηκες; Σιγά φίλε μου, θα μου σκίσεις το παντελόνι και το αφεντικό μου δεν θα μου δώσει άλλο. Μα είναι λοιπόν τόση ανάγκη να με τραβάς στο πράσινο λιβάδι;
Το ξέρεις πολύ καλά ότι ο γέρος μου απαγόρεψε να πάω εκεί.
(Όλη αυτή την ώρα που μιλάει ο Σκούφης, ο Λούμπι τον τραβά από το παντελόνι και τον σπρώχνει).

ΛΟΥΜΠΙ: (Κλαίει)
ΣΚΟΥΦΗΣ: Και είναι ανάγκη να κλαις επειδή δεν πηγαίνω στο πράσινο λιβάδι; Περίεργο μου φαίνεται αυτό. Εσύ ποτέ δεν επιμένεις τόσο, εκτός όταν αγωνιάς να με προειδοποιήσεις για κάτι κακό. Θα πει λοιπόν, πως κάτι δεν πάει καλά εκεί πέρα. Είδες τίποτα ύποπτο;
ΛΟΥΜΠΙ: ΓΑΒ,ΓΑΒ!
ΣΚΟΥΦΗΣ: Ώστε είδες; Πρέπει να πάμε λοιπόν αμέσως! Μην με τραβάς όμως έτσι. Έρχομαι μαζί σου, μη φοβάσαι.
(Ακούγεται περίεργη μουσική)
ΣΚΟΥΦΗΣ: Τι περίεργοι ήχοι είναι αυτοί; Ποτέ δεν είχα ακούσει κάτι παρόμοιο. Αλλά πραγματικά αυτό το λιβάδι είναι καταπληκτικό. Λούμπι, ήσυχα είπα! (Ο Λούμπι εξακολουθεί να τον σπρώχνει ανήσυχα)

(Ο Σκούφης κοιτάζει ολόγυρα με θαυμασμό)

ΣΚΟΥΦΗΣ: Παραμυθένιο λιβάδι! Να κι ένα βουνό διάφανο σαν γυαλί! (Ο Λούμπι τον σπρώχνει κατά κει). Καλά Λούμπι, ήσυχα! Θα πάμε και από εκεί να μου το δείξεις . Τόσο πολύ λοιπόν σου άρεσε αυτό το βουνό;
ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ: Βοήθεια! Βοήθεια!
ΣΚΟΥΦΗΣ: Μα δεν φώναξε κάποιος τώρα, «Βοήθεια!»
ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ: Βοήθεια! Σώστε με! Βοήθεια!
ΣΚΟΥΦΗΣ: Η φωνή ακούγεται από την πλευρά του γυάλινου βουνού. Για να δω. Α! Μια όμορφη δεσποινίδα στέκεται όρθια μέσα εκεί! Μήπως είναι καμιά νεράιδα;
ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ: Πριγκίπισσα είμαι. Μένω στο Παλάτι που είναι πίσω από εκείνον τον ψηλό τοίχο.
ΣΚΟΥΦΗΣ: Μα γιατί στέκεσαι εκεί μέσα και φωνάζεις «Βοήθεια!»
ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ: Ένας γέρο-μάγος με φυλάκισε εδώ με τα μάγια του, επειδή θέλει να γίνω γυναίκα του.
ΣΚΟΥΦΗΣ: Έτσι έ; Μη στενοχωριέσαι καθόλου. Εγώ είμαι ο Σκούφης και πάντα βρίσκω έναν τρόπο να βοηθάω. Πες μου όμως πως έγινε;
ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ: Κρατούσε ένα βιβλίο στα χέρια του με όλα τα μάγια μέσα. Όταν το πρωτοείδα, νόμιζα ότι ήταν βιβλίο με παραμύθια. Απ’αυτό το βιβλίο διάβασε κάτι στιχάκια και με φυλάκισε στο γυάλινο βουνό.
ΣΚΟΥΦΗΣ: Και που είναι ο μάγος τώρα;
ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ: Έφυγε απ’ αυτόν τον δρόμο.
ΣΚΟΥΦΗΣ: Περίεργο, από εδώ είναι η καλύβα του γεροβοσκού. Εκτός από αυτόν δεν μένει κανένας άλλος εδώ τριγύρω. Μήπως… (ο Λούμπι κουνάει την ουρά του ,τον κοιτάζει σαν κάτι να θέλει να του πει). Μα Λούμπι, τι έχεις; Μήπως έχει καμιά σχέση ο γεροβοσκός με τον μάγο; Πριγκίπισσα, τρέχω πίσω στην καλύβα. Μην φοβάσαι, θα σε ελευθερώσω. Έστω κι αν πρέπει να σπάσω κομμάτι-κομμάτι όλο το γυάλινο βουνό. Έλα Λούμπι, πάμε!

(Φεύγουν. Σε λίγο ξαναγυρίζουν και ο Σκούφης κρύβεται)

ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ: Βοήθεια! Άφησέ με να βγω έξω! Βοήθεια! Άφησέ με να φύγω!
ΓΕΡΟΣ: Όχι προτού γίνεις γυναίκα μου!
ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ: Αυτό δεν θα γίνει ποτέ!
ΓΕΡΟΣ: Σε 3 μέρες θα γίνει ο γάμος, είτε το θέλεις, είτε όχι! ΧΑ ΧΑ ΧΑ…
ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ: Πατέρα, Κυρία επί των Τιμών, που είστε; Βοήθεια! Γιατί ήμουν τόσο περίεργη;
ΓΕΡΟΣ: ΧΑ ΧΑ ΧΑ…
ΣΚΟΥΦΗΣ: Καλά που έμεινα κρυμμένος. Έτσι μπόρεσα να τα δω όλα χωρίς να το ξέρει ο γέρος. Αυτός είναι τελικά ο κακός μάγος! Το βοήθημά του είναι το μαγικό βιβλίο. Τώρα πρέπει να βρω τρόπο να βγάλω την πριγκίπισσα έξω από το γυάλινο βουνό. Μπορεί να με βοηθήσει το μαγικό βιβλίο. Ας γυρίσω τώρα στα πρόβατά μου μη με τσακώσει ο γέρος εδώ και με βάλει και μένα στο γυάλινο βουνό.

Κοντά στη στάνη.

ΣΚΟΥΦΗΣ: (Προσέχει τα πρόβατα, σιγοτραγουδάει σαν να μην έγινε τίποτα).
ΓΕΡΟΣ: Λοιπόν Σκούφη, πως τα πας με τα πρόβατα; Βλέπω δεν φεύγεις ούτε στιγμή από κοντά τους.
ΣΚΟΥΦΗΣ: Και βέβαια δεν φεύγω ούτε στιγμή από κοντά τους. Κάνω καλά τη δουλειά μου.
ΓΕΡΟΣ: Μπράβο Σκούφη! Μάζεψε τώρα τα πρόβατα και οδήγησέ τα μέσα στην στάνη. Ύστερα έλα εδώ να φάμε. Εγώ πηγαίνω να ετοιμάσω το φαγητό.
ΣΚΟΥΦΗΣ: Πολύ καλά αφεντικό. Ας βιαστώ λοιπόν.

(Μέσα στην καλύβα ακούγονται θόρυβοι πιάτων).

ΣΚΟΥΦΗΣ: Όλα εντάξει αφεντικό. Φρόντισα να μην λείπει τίποτα στα προβατάκια μου. (μιλάει σιγά).Να το μαγικό βιβλίο. Μα αυτό μοιάζει με βιβλίο για παραμύθια. Πάει να πει πως αυτό είναι.
ΓΕΡΟΣ: (Έρχεται). Κάθισε. Εδώ έχει γάλα και ψωμί. Κόψε και ένα κομμάτι τυρί να φας.
ΣΚΟΥΦΗΣ: Δεν θέλω ούτε ψωμί, ούτε τυρί. Θέλω αυτό εδώ. (Δείχνει το βιβλίο. Ο γέρος ορμά πάνω του να το αρπάξει. Ο Σκούφης παλεύει μαζί του, κρύβει πίσω στην πλάτη του το βιβλίο).
ΓΕΡΟΣ: (Ξεφωνίζει τρομαγμένος) .Περίμενε Σκούφη! Γιατί παίρνεις το βιβλίο μου; Τι το θέλεις; Που πηγαίνεις;
ΣΚΟΥΦΗΣ: Πάω στο γυάλινο βουνό.
ΓΕΡΟΣ: Γύρισε πίσω αμέσως! (Τον κυνηγά, αλλά δεν μπορεί να τον πιάσει).
ΣΚΟΥΦΗΣ: Γρήγορα, γρήγορα, προτού με προλάβει ο γέρος.

(Και οι δύο φεύγουν από διαφορετική πόρτα ο καθένας)



Στο γυάλινο βουνό

ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ: Βοήθεια! Ποιος θα με βοηθήσει;
ΣΚΟΥΦΗΣ: Μια στιγμούλα πριγκίπισσα, θα σε βοηθήσω. Αλλά πρέπει πρώτα να βρω τον τρόπο. (Ανοίγει το μαγικό βιβλίο). Που μιλάει για το γυάλινο βουνό; Γγγγ γοργόνα, όχι. Γρανίτα, Έλα Χριστέ και Παναγία, γρανίτες, τέτοια ώρα… Γυαλί, γυαλί, πλησιάζω. Νάτο, γυάλινο βουνό. Να τα στιχάκια!
-Σύνεργο, βιβλίο μου, σύνεργο μου μαγεμένο,
Βοήθα από το βουνό να βγω κι απ ’της κάτω γης τον κόσμο
Στης απάνω το κατώφλι έφτασα και πόδισα…

(Ακούγεται θόρυβος γυαλιού που σπάει)

ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ: Σκούφη-Σκούφη, σε ευχαριστώ που με έσωσες.
ΣΚΟΥΦΗΣ: Ευτυχώς που πρόλαβα , πριγκίπισσα.
ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ: Ώχ, τώρα μάλιστα! Έρχεται ο μάγος.
ΣΚΟΥΦΗΣ: Ας κοιτάξουμε το βιβλίο. Σίγουρα κάπου θα γράφει πως εξαφανίζουμε έναν μάγο. Εξαφανίζω μάγειρα… όχι. Ο μάγειρας χρειάζεται για να μαγειρεύει νόστιμα φαγητά. Εξαφανίζω μάγισσα… όχι. Μάγο, νάτο!
ΣΚΟΥΦΗΣ: Το βρήκαμε πριγκίπισσα. Ευτυχώς γιατί πλησιάζει. Τα στιχάκια λοιπόν:

Μαγική είναι προσταγή, σκύψε χαμηλά στη γη,
Χου-ουπ, βου-ουπ!
Με τα τέσσερα περπάτα, κόκκινη βγάζω κλωστή και σε πιάνω και σε βάζω
Να χορεύεις στο ταψί.
(Χτυπά παλαμάκια χαρούμενος ). Πέτυχε, πέτυχε! Χα, χα,χα. Ευτυχώς. Να’ ξερες πριγκίπισσα πόσο είχα τρομάξει.
ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ: Σκούφη, είσαι σπουδαίος! Έλα Σκούφη μαζί μου στο Παλάτι. Πόσο θα χαρεί ο πατέρας μου να με ξαναδεί στο σπίτι.

Στο παλάτι
ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ: πατέρα, πατέρα! Που είσαι; Πατέρα γύρισα πάλι.
ΒΑΣΙΛΙΑΣ: Ω! Πόσο χαίρομαι που γύρισες. Όλοι οι Αυλή και οι Ευγενείς ψάχνανε να σε βρούνε. Μα τι έγινε παιδί μου;
ΣΚΟΥΦΗΣ: Μεγαλειότατε, η κόρη σας πήδηξε το φράκτη του κήπου σας.
ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ: Και ο γερο-μάγος με φυλάκισε μέσα σε ένα γυάλινο βουνό και ήθελε να με κάνει γυναίκα του.
ΒΑΣΙΛΙΑΣ: Πες μου παιδί μου, ποιος σε έσωσε από τον κακό μάγο;
ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ: Ο Σκούφης!
ΒΑΣΙΛΙΑΣ: Εσύ πρέπει να είσαι αυτός .
ΣΚΟΥΦΗΣ: Ναι , Μεγαλειότατε, αυτό είναι το όνομά μου!
ΒΑΣΙΛΙΑΣ: Θέλω να σε ευχαριστήσω και να σε ανταμείψω καλά. Δεν έχω δει τόσο θαρραλέο νέο μέχρι σήμερα. Ασφαλώς δεν μπορεί να πληρώσει κανένας αρκετά για σένα, όσα χρήματα κι αν έχει.
ΣΚΟΥΦΗΣ: Τώρα με κάνατε να γελάσω.
ΒΑΣΙΛΙΑΣ: Γιατί;
ΣΚΟΥΦΗΣ: Γιατί δεν είμαι για πούλημα. Και τώρα γεια σας. Κι εσύ, πριγκίπισσα να μην είσαι άλλη φορά τόσο περίεργη.


ΤΕΛΟΣ


Κουκλοθέατρο Δ.Σοφιανού-Ινστιτούτο Γκαίτε
«Μικρή σκηνή»
Οικογένεια Σοφιανού
Πέμπτη 28 Απριλίου 2011

Οι μουσικοί της Βρέμης

"Οι Μουσικοί της Βρέμης" είναι ένα κουκλοθεατρικό έργο της οικογένειας Σοφιανού που πρωτοπαίχτηκε στην "Μικρή Σκηνή", το καλλιτεχνικό κουκλοθέατρο του Ινστιτούτου Γκαίτε.
Το έργο είναι βασισμένο στο ομώνυμο παραμύθι των αδερφών Γκρίμ.

Μπορείτε αν θέλετε να το δραματοποιήσετε με την τάξη σας ή τους φίλους των παιδιών σας.

Το έργο μας αρχίζει!


(Ο γάιδαρος φορτώνεται με πολλά σακιά απο τον αφέντη του, τον μυλωνά)

ΜΥΛΩΝΑΣ–Κάθισε φρόνιμα, τι νευρικό ζώο που είσαι!
ΓΑΙΔΑΡΟΣ–Εάν μου επιτρέπεται, θα σας διορθώσω. Αν ο γάιδαρος έγινε νευρικός δεν φταίει αυτός, αλλά οι άνθρωποι.
ΜΥΛΩΝΑΣ–Τεμπέλη! Θα σου άρεσε να κάθεσαι όλη μέρα και να μην κάνεις τίποτα. Νομίζεις οτι θα σε ταίζω έτσι, για το τίποτα;
ΓΑΙΔΑΡΟΣ–Εγώ αφεντικό, θαρρώ πως με ταίσατε περισσότερο ξύλο παρά κριθάρι.
ΜΥΛΩΝΑΣ–Πού ξανακούστηκαν τέτοια λόγια! Τι αχάριστο ζώο!
ΓΑΙΔΑΡΟΣ–Σήμερα το παρακάνατε νομίζω. Με παραφορτώσατε.
ΜΥΛΩΝΑΣ–Για ένα εργατικό ον αυτό δεν θα ήταν καθόλου βαρύ φορτίο. Αλλά βλέπω οτι εσύ τελευταία δεν έχεις πολλές δυνάμεις και αντοχή.
ΓΑΙΔΑΡΟΣ–Υπολόγισε, αφεντικό πόσον καιρό κιόλας δουλεύω για σένα. Και μάλιστα χωρίς ποτέ να γκρινιάξω. Μέτρησες ποτέ όλα αυτά τα χρόνια, πόσα σακιά σου μετέφερα ως το μύλο σου;
ΜΥΛΩΝΑΣ–Σαν να μην είχα άλλη δουλειά να κάνω απο το να μετράω τα σακιά.
ΓΑΙΔΑΡΟΣ–Εάν κατεβάζατε δύο σακιά το φορτίο θα γινόταν ελαφρότερο.
ΜΥΛΩΝΑΣ–Τετράποδο άχρηστο! Σιγά-σιγά δεν θα μπορείς ούτε ένα σακί να κουβαλήσεις. Θα μου είσαι άχρηστος, ενώ την τροφή σου θα την θέλεις.
ΓΑΙΔΑΡΟΣ–(Ρίχνει όλα τα σακιά κάτω) Αφεντικό κράτα το φαγητό για σένα και κουβάλα τα σακιά μόνος σου στο μύλο. Θα βρώ και αλλού τροφή. Πολλές απαιτήσεις δεν έχω. Είμαι πολύ μετριόφρων γάιδαρος. Θα πάω στην πόλη Βρέμη. Εκεί ψάχνουν για μουσικούς. Εκεί θα πάω να βρω την τύχη μου. Θα μάθω να παίζω λαούτο και μαζί θα τραγουδώ χαρούμενα τραγούδια, γιατί έχω ωραία φωνή...
(Μονολογεί)
Κακά τα ψέματα.
(Δυνατά)
Να λοιπόν, είμαι έτοιμος για το ταξίδι. Καλή τύχη, κυρ' μυλωνά. Ιιά, Ιά.
(Ο γάιδαρος φεύγει. Ο μυλωνάς βρίζει. Από τη μια πόρτα βγαίνει ένας σκύλος τρεχάτος. Σταματάει να πάρει λίγη ανάσα.)
ΓΑΙΔΑΡΟΣ–Γειά σου γείτονα! Γιατί ανασαίνεις έτσι; Έτρεχες μήπως; Ασφαλώς θα έιχες πάει για κυνήγι με το αφεντικό σουτον κυνηγό, ε;
ΣΚΥΛΟΣ–Α, στο κυνήγι δεν πάω πια. Καιρό τώρα. Γεράματα βλέπεις.
ΓΑΙΔΑΡΟΣ–Έλα τώρα, μη στεναχωριέσαι.
ΣΚΥΛΟΣ–Μια κουβέντα είναι και αυτή. Δεν ξέρεις τι σημαίνει να ζεις σκυλίσια ζωή. Α! Σίγουρα δεν είναι ζωή αυτή. «Χάσου κοπρόσκυλο» μου είπε το αφεντικό μου. Ακούς εκεί, λέξη!
ΓΑΙΔΑΡΟΣ–Παρηγορήσου, γιατί κι εγώ τα ίδια τράβηξα.
ΣΚΥΛΟΣ–Το καλύτερο που έχω να κάνω είναι να το σκάσω. Αλλά πού να πάω. Είμαι ένας ταλαιπωρημένος σκύλος. Πώς θα βγάζω το ψωμί μου;
ΓΑΙΔΑΡΟΣ–Με τη μουσική!
ΣΚΥΛΟΣ–Δηλαδή τί; Να χτυπάω νταούλια σε διάφορα πανηγύρια;
ΓΑΙΔΑΡΟΣ–Ακριβώς.
ΣΚΥΛΟΣ–Φαίνεται οτι δεν είσαι στα καλά σου.
ΓΑΙΔΑΡΟΣ–Δεν τα έχω καθόλου χαμένα. Εγώ πηγαίνω στην πόλη Βρέμη να γίνω μουσικός.
ΣΚΥΛΟΣ- Και γιατί;
ΓΑΙΔΑΡΟΣ–Γιατί το αφεντικό μου ο μυλωνάς με παίδεψε όλα τα χρόνια.
ΣΚΥΛΟΣ–Ώστε κι εσύ κάνεις σκυλίσια ζωή;
ΓΑΙΔΑΡΟΣ–Θα έλεγα γαιδουρίσια ζωή. Ξέρεις κάτι, έλα κι εσύ μαζί. Γίνε μουσικός. Εσύ θα παίζεις τύμπανο κι εγώ λαούτο.
ΣΚΥΛΟΣ–Ναι αυτό θα ήταν κάτι. Το τύμπανο! Καλή ιδέα. Όπως άκουσα πληρώνονται καλά οι ντραμίστες σήμερα.
ΓΑΙΔΑΡΟΣ–Κι εγώ το άκουσα αυτό.
ΣΚΥΛΟΣ–Θα μπορούσαμε να ανοίξουμε και εστιατόριο στη Βρέμη. Εσύ τι λές; Θα το ονομάζαμε «Ο μαύρος σκύλος». Πώς σου φαίνεται αυτή η ιδέα;
ΓΑΙΔΑΡΟΣ–Έλα να συνεχίσουμε το δρόμο μας και τα λέμε καθώς θα προχωράμε.
ΣΚΥΛΟΣ–Κάνε μου όμως μια χάρη. Μην τρέχεις. Μπορεί να έχω τέσσερα πόδια αλλά δεν είναι τόσο μακριά σαν τα δικά σου.

(Αλλαγή σκηνικού. Βλέπουμε μια γάτα σε ένα παράθυρο με γυαλιά στα μάτια να πλέκει, ενώ τα ποντίκια χορεύουν γύρω της. Η γάτα τους τραγουδάει. Παίζει μουσική).

ΓΑΤΑ–Αχ, όταν ήμουν νέα ανέβαινα στις σκεπές των πιο ψηλών σπιτιών. Και τόσο γρήγορα, που δεν μπορούσε να με δει κανείς. Παραμόνευα. Κι όλα τα ποντίκια τότε τα κατάφερνα με μια δαγκωνιά!... Σήμερα, δεν καταφέρνω τίποτα χωρίς πονηριά.

(Ακούγεται η σπιτονοικοκυρά να φωνάζει απο μέσα)

ΣΠΙΤΟΝΟΙΚΟΚΥΡΑ–Τι, τα ποντίκια χορεύουν και εσύ κάθεσαι και τα κοιτάς; Και δεν φτάνουν όλα αυτά παρά πλέκεις κιόλας ατάραχη και διηγείσαι ιστορίες απο τα νιάτα σου. Τι να την κάνω τη γάτα, που δεν μπορεί να κυνηγήσει ούτε ένα ποντίκι; Εμπρός, αδειασέ μου την γωνιά. Και να μην ξαναφανείς εδώ!

(Η γάτα βάζει το καπέλο της και σταματά στο κατώφλι κλαίγοντας)

ΓΑΤΑ–Αυτή ήταν η αμοιβή μου. Το ευχαριστώ της για όσα έκανα. Με έδιωξε.
ΣΚΥΛΟΣ–Κυρά γειτόνισσα, γιατί κάνετε έτσι, τί πάθατε;
ΓΑΙΔΑΡΟΣ–Τι σου συμβαίνει αλήθεια;
ΓΑΤΑ–Ποιός μπορεί να είναι χαρούμενος όταν κινδυνεύει η ζωή του;
ΣΚΥΛΟΣ–Μα πες μας επιτέλους, τί έγινε;
ΓΑΤΑ–Επειδή λόγω ηλικίας, δεν βλέπω τόσο καλά, επειδή τα δόντια μου δεν είναι πια τόσο μυτερά, και επειδή προτιμώ να κάθομαι πίσω απο την ωραία ζεστή σόμπα, παρά να κυνηγώ ποντίκια, με έδιωξε η σπιτονοικοκυρά μου. Και τώρα τι γίνεται; Πού να πάω;
ΓΑΙΔΑΡΟΣ–Έλα μαζί μας στη Βρέμη. Εσύ έχεις ειδικότητα στη μουσική τη νύχτα.
ΣΚΥΛΟΣ–Ναι έλα. Και εμάς δε μας θέλουνε πια τα αφεντικά μας.
ΓΑΤΑ–Δεν μου μένει τίποτα άλλο. Έρχομαι λοιπόν, μαζί σας.
ΚΟΚΟΡΑΣ–Κικιρίκικι! Κικιρίκικι!
ΣΚΥΛΟΣ–Ποιός φωνάζει έτσι; Τι κραυγές είναι αυτές;
ΓΑΤΑ–Είναι ο κόκορας του Μπάρμπα-Θανάση.
ΓΑΙΔΑΡΟΣ–Ε, τι σε έπιασε εσένα; Οι κραυγές σου είναι τρομερές. Είναι κραυγές ζωής και θανάτου.
ΚΟΚΟΡΑΣ–Κικιρίκικι! Είχα πει ότι θα έχουμε καλό καιρό. Η σπιτονοικοκυρά μου ήθελε να το ξέρει για να απλώσει τα πλυμένα ρούχα. Εγώ το είπα για να την ευχαριστήσω. Ο καιρός όμως χάλασε και τα ρούχα γέμισαν λάσπες. Έχει τα νεύρα της εξαιτίας μου. Έπαθε και το κακό με τα ρούχα. Και τώρα... Κικιρίκικι!
ΓΑΙΔΑΡΟΣ–Και τώρα;
ΚΟΚΟΡΑΣ–Τώρα περιμένω την εκτέλεσή μου.
ΣΚΥΛΟΣ–Την εκτέλεσή σου;
ΚΟΚΟΡΑΣ–Ναι, το βράδυ θα με σφάξει η μαγείρισσα και αύριο θα με φτιάξουν σούπα για τους επισκέπτες τους. Κικιρίκικι!
ΓΑΙΔΑΡΟΣ–Γι’αυτό λοιπόν φωνάζεις; Όσο έχεις καιρό;
ΣΚΥΛΟΣ–Κοκοροκέφαλε! Έλα καλύτερα μαζί μας στην Βρέμη. Εκεί θα βρεις σίγουρα, κάτι καλύτερο απο το θάνατο.
ΓΑΤΑ–Έχεις καλή φωνή, θα συνθέσουμε μουσική ποιότητας μαζί. Εξάλλου είμαστε τέσσερις τώρα. Σωστό κουαρτέτο.
ΓΑΙΔΑΡΟΣ–Καλά τα λέει η συνάδελφος. Ακολουθείς λοιπόν;
ΚΟΚΟΡΑΣ–Μα βέβαια και θα έρθω.
ΣΚΥΛΟΣ–Τι όνομα θα δώσουμε στο συγκρότημά μας; Τι θα λέγατε για το «οι ηχούντες τετράποδες», καλό δεν είναι;
ΚΟΚΟΡΑΣ–Εγώ όπως ακριβώς θα διαπιστώσετε, αγαπητοί συνάδελφοι, έχω μόνο δύο πόδια.
ΓΑΙΔΑΡΟΣ–Ας αφήσουμε τώρα αυτές τις συζητήσεις. Η πόλη Βρέμη είναι πολύ μακριά. Σήμερα θα φτάσουμε το βράδυ στο δάσος, όπου και θα διανυκτερεύσουμε. Ας μην αργοπορούμε λοιπόν.
ΣΚΥΛΟΣ–Στο δρόμο μπορούμε να τραγουδάμε.Κι έτσι θα κάνουμε και την πρόβα μας.
ΓΑΙΔΑΡΟΣ–Ας τραγουδήσουμε λοιπόν!
(Αρχίζει το τραγούδι) Ο γάιδαρος πεινάει,
αρχίζει και κλωτσάει.
ΚΟΚΟΡΑΣ–Τον καλό τον πετεινό,
θα τον κάνανε ψητό.
ΣΚΥΛΟΣ–Η κοιλιά μου γουργουρίζει,
φαγητό είναι που μυρίζει.

(Αλλαγή σκηνικού-βρίσκονται στο δάσος)

ΓΑΙΔΑΡΟΣ–Το δάσος είναι βέβαια ωραίο. Πράσινο, αλλά και πολύ σκοτεινό. Ας διανυκτερεύσουμε εδώ.
ΣΚΥΛΟΣ–Να, εκεί μπροστά είναι ένα μεγάλο δέντρο. Πώς σας φαίνεται;
ΓΑΤΑ–Ο πάγκος πίσω από τη σόμπα μου άρεσε καλύτερα.
ΓΑΙΔΑΡΟΣ–Ο σκύλος κι εγώ θα ξαπλώσουμε κάτω από το δέντρο.
ΓΑΤΑ–Εγώ θα βολευτώ πάνω σε ένα κλαδί.
ΚΟΚΟΡΑΣ–Κι εγώ θα πετάξω στην κορυφή του δέντρου. Εκεί είναι το πιο ασφαλές μέρος για μένα.
ΓΑΙΔΑΡΟΣ–Σας εύχομαι τότε καλή νύχτα.
ΚΟΚΟΡΑΣ–(Απο την κορφή του δέντρου) Κικιρίκικι!
ΓΑΙΔΑΡΟΣ–Τι έγινε πάλι;
KOKOΡΑΣ–Βλέπω ένα φως... Κικιρίκικι...Φώς!
ΓΑΙΔΑΡΟΣ–Τί φώς είναι αυτό;
ΚΟΚΟΡΑΣ–Από ένα σπίτι εδώ κοντά.
ΣΚΥΛΟΣ–Σπίτι μέσα στο δάσος; Θα είναι του δασοφύλακα.
ΓΑΙΔΑΡΟΣ–Τότε καλύτερα να πάμε σε αυτό το σπίτι. Θα ζητήσουμε άσυλο για τη σημερινή νύχτα. Εδώ δεν είναι και πολύ άνετα.
ΣΚΥΛΟΣ–Μερικά κοκαλάκια με λίγο κρεατάκι επάνω, θα μου έκαναν καλό.
ΓΑΤΑ–Γιατί αυτή η πολυλογία; Δεν οφελεί σε τίποτα. Ας ξεκινήσουμε τώρα αμέσως για το σπίτι.
ΓΑΙΔΑΡΟΣ–Να, πλησιάζουμε. Α, τι ωραίο σπίτι!
ΣΚΥΛΟΣ–Κοίταξε μέσα από το παράθυρο, Σταχτή μου. Εσύ είσαι άλλωστε, ο πιο ψηλός του συγκροτήματος.
ΓΑΙΔΑΡΟΣ–Ω, τι βλέπω!
ΟΛΟΙ–Τι βλέπεις;
ΓΑΙΔΑΡΟΣ–Τέσσερις ληστές τρώνε και μεθούν μπροστά σε ένα τραπέζι με όλα τα αγαθά του Θεού στρωμένα μπροστά τους. Κρασί, τυρί, σαλάμια..
ΣΚΥΛΟΣ–Και από κρέας τίποτα;
ΓΑΙΔΑΡΟΣ–Βλέπω κάθε είδους ψητά και τηγανιτά κρέατα.
ΓΑΤΑ–Βλέπεις μήπως τους ληστές να κρυώνουν;
ΓΑΙΔΑΡΟΣ–Καθόλου. Έχουν μια τεράστια σόμπα δίπλα τους.
ΓΑΤΑ–Ω! Ένα τραπέζι με όλα τα καλά, φαγητά, ποτό και ζέστη!
ΣΚΥΛΟΣ–Αυτό είναι το σωστό για μας. Ό,τι βρίσκουν αυτοί νόστιμο να το βρίσκουμε κι εμείς. Και μάλιστα πιο νόστιμο ακόμη.
ΓΑΙΔΑΡΟΣ–Έχω μια ιδέα.

(Ψιθυρίζουν πολύ ώρα σιγανά μεταξύ τους. Ακούγονται ληστές να τρώνε και να κουβεντιάζουν)

ΛΗΣΤΕΣ (Τραγουδούν)
(Τα τέσσερα ζώα κάθονται το ένα πάνω στο άλλο μπροστά στο παράθυρο. Ορμάνε μέσα στο σπίτι. Πέφτει πολύ ξύλο. Φωνές φασαρία. Οι ληστές το βάζουν στα πόδια. Φεύγουν από το σπίτι τρέχοντας).

ΛΗΣΤΕΣ–Βοήθεια! Τι τρέχει; Φαντάσματα! Ας φύγουμε, να σωθούμε στο δάσος.
ΓΑΙΔΑΡΟΣ–Έφυγαν οι ληστές.
ΣΚΥΛΟΣ–Κι εμείς μπορούμε, ήσυχα τώρα να στρωθούμε στο φαγητό.
ΓΑΤΑ–Ω! Τί λιχουδιές!
ΚΟΚΟΡΑΣ–Κικιρίκικι! Μπορώ να σας πω κάτι; Αγαπητοί συνάδελφοι, σε αυτό το σπίτι υπάρχει χώρος για όλους μας. Υπάρχει ακόμα πάρα πολύ φαγητό και ποτό στις αποθήκες. Υπάρχει καθαρός αέρας και ησυχία. Κικιρίκικι! Δεν πιστεύω να είμαστε το ίδιο τυχεροί αν μείνουμε στη Βρέμη. Προτείνω να μείνουμε εδώ. Κικιρίκικι! Τους ληστές δεν θα τους αφήσουμε να ξαναπατήσουν το πόδι τους εδώ.
ΟΛΟΙ–Ναι, ναι! Εδώ θα μείνουμε. Ας πιούμε στην υγειά τους. Εβίβα!
ΓΑΙΔΑΡΟΣ–Kαλή όρεξη λοιπόν. Αλλά ας βάλουμε και λίγη μουσική. Τότε το φαΐ θα μας φανεί πιο νόστιμο.
(Παλιό γραμμόφωνο παίζει)
ΣΚΥΛΟΣ–Καλό το φαγητό. Ώρα για ύπνο τώρα.
ΓΑΙΔΑΡΟΣ–Ναι, αλλά θα πρέπει να ξαγρυπνήσουμε. Αν γυρίσουν οι ληστές πρέπει να τους διώξουμε.
(Τα ζώα ξαπλώνουν μπροστά σε πόρτες. Οι ληστές έρχονται σιγά-σιγά. Τα ζώα ορμούν επάνω τους. Οι ληστές υποχωρούν, φεύγουν. Βλέπουμε τους 4 ληστές μαζεμένους να μιλούν ψυθιριστά).
1ος ΛΗΣΤΗΣ–Μας έδιωξαν τα άγρια αυτά πνεύματα απο το σπίτι μας.
2ος ΛΗΣΤΗΣ–Είδατε τι άγρια πρόσωπα που είχαν;
3ος ΛΗΣΤΗΣ–Εγώ δεν ξαναγυρνάω στο σπίτι. Το ένα φάντασμα μου δάγκωσε το πόδι.
4ος ΛΗΣΤΗΣ–Α! Κι εμένα τον πισινό.
3ος ΛΗΣΤΗΣ–Κι εμένα με γρατσούνισε στο πρόσωπο.
2ος ΛΗΣΤΗΣ–Πρέπει να ήταν και ένας δικαστής φάντασμα. Στεκόταν με το ένα πόδι σε ένα ξύλο και φώναζε: Κλεί-κλείστε τούς κατε.. κατε.. κατεργάρηδες στη φυλακή!
1ος ΛΗΣΤΗΣ–Ας φύγουμε από εδώ. Ας πάμε όσο γίνεται πιο μακριά. Κάπου που δεν θα μπορούν να μας βρουν αυτά τα φοβερά φαντάσματα!


ΤΕΛΟΣ
Τρίτη 26 Απριλίου 2011

Ο Κλούβιος και η Σουβλίτσα - Το γλυκό

Πρωτού αρχίσουμε όμως, ας πούμε ορισμένα λόγια για τους ήρωες και τον εμπνευστή τους. Η ζωγράφος Ελένη Θεοχάρη-Περράκη ίδρυσε το 1939 στην Αθήνα το «Θέατρο Κούκλας Αθηνών». Ο βασικός χαρακτήρας του θεάτρου ήταν ο Μπάρμπα-Μυτούσης και τα δυο αγαπημένα του ανήψια, ο Κλούβιος και η Σουβλίτσα.

Ο Μπάρμπα-Μυτούσης ήταν ένας καλόκαρδος χαρακτήρας που πάντα βοηθούσε τα δύο ανηψάκια του, τον τεμπέλη και γκρινιάρη Κλούβιο και την έξυπνη και καταφερτζού Σουβλίτσα.

Η φιγούρα του Μπάρμπα-Μυτούση καθιερώθηκε στη κατοχή όταν το κουκλοθέατρο ήταν μια φτηνή διασκέδαση για τον κόσμο που περνούσε τα μύρια όσα. Η Ελένη Θεοχάρη-Περράκη στις αρχές του '40 παρουσίασε στο κουκλοθέατρο έργα του Μολιέρου και διασκευές της Ιλιάδας και της Οδύσσειας του Ομήρου.

Την 1η Νοεμβρίου του 1966, ο Κλούβιος και η Σουβλίτσα έκαναν την πρώτη τηλεοπτική τους εμφάνιση στην κρατική τηλεόραση και μάλιστα ήταν η πρώτη παιδική σειρά που βγήκε στον αέρα! Τα επεισόδια είχαν διάρκεια 15 λεπτών στο ξεκίνημά τους αλλά σύντομα έγιναν ημίωρα. Η σειρά είχε ψυχαγωγικό και εκπαιδευτικό χαρακτήρα, αφού οι ήρωες μάθαιναν από τον αγαπημένο τους θείο αρκετά πράγματα. Οι ηθοποιοί Ελένη Κοτσίρη, Εφη Πρωτονοτάριου και Κούλα Κατσούρη δάνειζαν τις φωνές τους. Η σκηνογραφία ήταν της Ανθούλας Ξανθού - Σταυριανού.

Ο Μπάρμπα-Μυτούσης, ο Κλούβιος και η Σουβλίτσα διασκέδαζαν τα παιδιά επί 46 χρόνια, αποκτώντας τη φήμη του ποιοτικού παιδικού θεάτρου κούκλας.

Εμείς σήμερα, σας παρουσιάζουμε μια ιστορία του Κλούβιου και της Σουβλίτσας από το βιβλίο «Aνθολόγιο για τα παιδιά του Δημοτικού», μέρος πρώτο, Oργανισμός Eκδόσεως Διδακτικών Bιβλίων, 1975. Για να παίξετε αυτό το θεατρικό θα χρειαστείτε τρεις κούκλες. Η αφήγηση μπορεί να γίνει χωρίς κούκλα.


Το γλυκό

Ο μπαρμπα-Μυτούσης αγαπά πολύ τα δυο του ανεψούδια: τον Κλούβιο και την Σουβλίτσα. Πρέπει όμως να ’χει μεγάλη υπομονή και με τους δυο. Η Σουβλίτσα είναι άτακτη, ακατάστατη και σκανταλιάρα – ένα μικρό ζιζάνιο.
Ο Κλούβιος είναι λίγο τεμπέλης. Του αρέσει να ξαπλώνεται στα μαξιλάρια και στους καναπέδες, όπως τα γατάκια. Είναι και λίγο φοβιτσιάρης. Μπουμ! να του κάνει η Σουβλίτσα, ξαφνιάζεται. Φοβάται τα σκοτάδι, τα ποντίκια, τις βροντές.
Η Σουβλίτσα δεν φοβάται τίποτα. Κι έτσι μπορεί να τον πειράζει με όλα αυτά. Όταν είναι οι δυο τους στο σπίτι, ο μπαρμπα-Μυτούσης στήνει πάντοτε αυτί. Μόλις καθίσει και φορέσει τα γυαλιά του για να διαβάσει την εφημερίδα, κάτι θα γίνει, ένας κρότος, κάποια φασαρία. Πρέπει να σηκωθεί και να τρέξει να δει τι συμβαίνει… Νά! όπως τώρα. Τι θόρυβος είν’ αυτός; Από ποια μεριά έρχεται; Από την κουζίνα; Ίσως να ’ναι η γάτα… Όχι! Τώρα νιαούριζε στην αυλή. Ο μπαρμπα-Μυτούσης είναι ανήσυχος. Περίεργο! Θα ’λεγε κανείς πως έπεσε το μισό σπίτι… Η πόρτα της κουζίνας κλειστή. Προσπάθησε να την ανοίξει.
– Σουβλίτσα… φωνάζει. Ξεκλείδωσε γρήγορα την πόρτα της κουζίνας.
– Μπαρμπούλη μου, δεν είναι κλειδωμένη. Στάσου… έπεσε το σκαμνί στην πόρτα, γι’ αυτό δεν ανοίγει. Μπλέχτηκα πάλι.
Μα πώς να μην μπλεχτεί. Τίποτε όρθιο δεν είχε μείνει στην κουζίνα.
Ο μπαρμπα-Μυτούσης μισάνοιξε την πόρτα και κοίταζε.
Η Σουβλίτσα έτριβε μια το γόνατό της και μια τον αγκώνα της.
Ο Κλούβιος κρυμμένος κάτω από το τραπέζι. Γύρω του όλα κάτω. Ο τρίφτης, η σχάρα, το τρυπητό, η κουτάλα. Ο μπαρμπα-Μυτούσης ξύνει το κεφάλι του. (Έτσι κάνει πάντα όταν τα πράγματα δεν πάνε καλά.)
– Σουβλίτσα, λέει. Τι είναι εδώ μέσα;
– Μπαρμπούλη, κουζίνα ήτανε. Μη μου θυμώνεις, θα ξαναγίνει πάλι.
– Εκεί κάτω από το τραπέζι κάποιος κουνιέται. Μήπως είναι η γάτα;
– Εγώ είμαι, Μπαρμπούλη, ο…ο…Κλούβιος…
– Σήκω επάνω, έβγα από την κρυψώνα τέλος πάντων. Σουβλίτσα! αυτό το σπασμένο βάζο με το γλυκό, τι είναι;
Η Σουβλίτσα κομπιάζει. Κατεβάζει το κεφαλάκι της. Μια κοιτάζει το βάζο, μια τον μπαρπα-Mυτούση, μια τον Kλούβιο.
– Mπαρμπούλη μου... Aυτό το βάζο, αυτό το βάζο… μα γι’ αυτό το βάζο έγινε όλη η ιστορία.
Άρχισε η Σουβλίτσα να τα μπερδεύει.
– Είναι ένας μήνας τώρα που μας το ’στειλε απ’ το χωριό η θεία Βγενή. Το είχα ξεχασμένο. Ξαφνικά το θυμήθηκα. Ήτανε πολύ καλά κρυμμένο στο πάνω ράφι μέσα στο γουδί. Όλο αυτόν τον καιρό δεν κάναμε και καμιά σκορδαλιά βλέπεις…
Ξερόβηξε ο Μπαρμπούλης, αλλά η Σουβλίτσα δε σταμάτησε. Ανέβηκα στο τραπέζι, που λες, να το πάρω. Τεντώθηκα να το φτάσω. Όλα πηγαίνανε καλά ώς εκεί. Τη στιγμή που έπιανα το γουδί, άκουσα φτέρνισμα… Έκανα πίσω να δω ποιος είναι… και πάρ’ την κάτω την Σουβλίτσα μαζί με το βάζο και ό,τι άλλο ήταν στο ράφι.
Καλά να πάθει… φώναξε ξαφνικά Ο Κλούβιος. Καλά να πάθει γιατί θα το ’τρωγε όλο μονάχη της.
– Και τι κατάλαβες; Μήπως έφαγες εσύ τώρα; του λέει η Σουβλίτσα.
Ο μπαρμπα-Μυτούσης χτυπάει ανυπόμονα το πόδι του… Δεν είναι καθόλου ευχαριστημένος.
– Σουβλίτσα, έμενα να κοιτάς κι όχι τον Κλούβιο τώρα που σου μιλώ. Δεν μου λες, γιατί το έκρυψες;
– Να σου πω, Μπαρμπούλη. Νά! όταν έχουμε γλυκό το τρώνε οι ξένοι… Έρχεται ο κυρ Χρίστος. Λες: «Φέρτε του κυρ Χρίστου μια κουταλιά γλυκό με το νερό…» Πάει μια κουταλιά. Έρχεται η κυρα-Φρόσω· της λες: «Μη φύγεις, Φρόσω μου, πριν φας ένα γλυκό…» Πάει δεύτερη κουταλιά… Έρχεται ο Γιαννάκης· λες: «Δώστε στο παιδί μια μεγάλη κουταλιά γλυκό». Μια…δυο…τρεις… αδειάζει το βάζο με το γλυκό…
Όσο τα ’λεγε αυτά, είχε φουντώσει η Σουβλίτσα, τα μαγουλάκια της κοκκίνισαν, αλλά δεν έπαψε να μιλά.
– Γλυκό από εδώ, γλυκό από εκεί, εμείς μόνο το βάζο βλέπουμε.
Ο Μπαρμπούλης έγινε σκεπτικός. Μήπως είχε κάποιο δίκιο η Σουβλίτσα; Ναι… αλλά…αλλά γιατί να κρύψει το γλυκό. Ύστερα μπορούσε να χτυπούσε σαν έπεφτε. Κούνησε το κεφάλι, κοίταξε και τους δυο και είπε:
– Σουβλίτσα…
Κι εκείνη, παραπονεμένα:
– Ναι, Μπαρμπούλη, δεν ήτανε βλέπεις τυχερό να φάω πάλι γλυκό!

Βίρα τις άγκυρες!

Το Μικρό Καράβι είναι φορτωμένο με θησαυρούς από την Ελληνική προφορική παράδοση. Ταξιδέψτε μαζί του!

Thalatta Seaside Hotel

Club Agia Anna

Εθνικό Ωδείο Ν.Ψυχικού

Despina's Home Ideas

Κτήμα Πανταζή

Παιδική Βιβλιοθήκη

Παιδικό Μουσείο

Σπαθάρειο