Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αίσωπος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αίσωπος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Πέμπτη 25 Αυγούστου 2011
To λιοντάρι και το ποντίκι
Μια φορά ένα λιοντάρι κοιμότανε στη σπηλιά του. Είχε φάει αποβραδίς , ένα βόδι ολόκληρο, είχε πιει μπόλικο νερό και τώρα είχε βυθιστεί στον ύπνο βλέποντας όνειρα λιονταρίσια.
Ξαφνικά, ένιωσε στον ύπνο του κάτι να τον γαργαλάει πολύ ελαφρά πάνω στο κορμί του. Άνοιξε τα μάτια και τι να δει; Ήταν ένα ποντίκι!
Θύμωσε τότε το λιοντάρι που ένα τόσο ταπεινό και μικρούλικο ζωάκι τόλμησε να του χαλάσει την ησυχία του κι αρπάζοντάς το με το πόδι του, ετοιμάστηκε να το χάψει.
Αλλά το ποντίκι άρχισε να το παρακαλάει κλαίγοντας:
«Άφησέ με Βασιλιά μου να ζήσω κι εγώ μπορεί μια μέρα να σου ξεπληρώσω την καλοσύνη που θα μου κάνεις».
Το λιοντάρι που ήτανε χορτάτο και που κυριολεκτικά δεν μπορούσε να φάει άλλο γέλασε με τα λόγια που άκουσε και είπε:
«Σου χαρίζω τη ζωή, μόλο που ποτέ δε θα μπορούσες εσύ να με βοηθήσεις»!
Μια μέρα όμως το λιοντάρι έπεσε σε ένα λάκκο-παγίδα που είχαν ανοίξει κάποιοι κυνηγοί.
Αυτοί του έδεσαν τα πόδια με χοντρά σχοινιά και το άφησαν εκεί για να πάνε στο χωριό να φωνάξουν κι άλλους ανθρώπους για βοήθεια. Ήταν πολύ βαρύ για να το κουβαλήσουν μόνοι τους .
Ύστερα από λίγη ώρα, έτυχε να περνάει από εκείνο το σημείο ο ποντικός. Άκουσε τα βογγητά και κατέβηκε στο λάκκο όπου είδε δεμένο το λιοντάρι. Το γνώρισε αμέσως.
«Κάποτε μου χάρισες τη ζωή», του είπε. «Τώρα θα σου ξεπληρώσω την καλοσύνη σου και θα σε ελευθερώσω».
«Εσύ θα με ελευθερώσεις»; Ρώτησε απορώντας το λιοντάρι. «Πώς είναι δυνατόν»;
«Τώρα θα δεις», είπε το ποντίκι.
Κι άρχισε με τα σουβλερά του δόντια, να ροκανίζει τα χοντρά σχοινιά που έδεναν τα πόδια του λιονταριού. Ύστερα από 3-4 ώρες, τα σχοινιά ήταν κομμένα και το λιοντάρι μπόρεσε με ένα πήδημα να βγει έξω από το λάκκο.
«Σε ευχαριστώ πολύ»! Του είπε συγκινημένο το λιοντάρι.
«Σου είχα υποσχεθεί πως θα ξεπλήρωνα την καλοσύνη που μου έκανες και κράτησα την υπόσχεσή μου», αποκρίθηκε το ποντίκι.
«Τότε γέλασες μαζί μου, γιατί δεν πίστευες πως εγώ, ένα μικρό και αδύναμο ποντίκι, θα μπορούσα να βοηθήσω εσένα, το Βασιλιά των αγριμιών. Πρέπει να ξέρεις όμως, πως και οι πιο αδύναμοι μπορούν να ξεπληρώσουν το καλό που τους κάνουν οι δυνατότεροί τους»!
O ποντικός του αγρού και ο ποντικός του σπιτιού
Πριν πολλά–πολλά χρόνια ήταν δύο ποντικοί. Ο ένας είχε φτιάξει την φωλιά του στον αγρό, ενώ ο άλλος την είχε φτιάξει σε ένα πλούσιο σπίτι. Η τύχη έφερε έτσι τα πράγματα, που οι δύο ποντικοί γνωρίστηκαν και έγιναν καλοί φίλοι. Όπως κάνουν συνήθως οι καλοί φίλοι, έτσι και οι ποντικοί της ιστορίας μας θέλησαν να ανταλλάξουν επισκέψεις στις φωλιές τους.
Την αρχή έκανε ο ποντικός του σπιτιού, όταν ένα όμορφο ανοιξιάτικο πρωινό, ξεκίνησε για να επισκεφθεί τον φίλο του στον αγρό. Ο ποντικός του αγρού θέλοντας να ευχαριστήσει τον φίλο του, έβγαλε να τον κεράσει ό,τι πιο εκλεκτό είχε, όπως φρέσκιες ρίζες , χορταράκια και σιτάρι. Ο καλομαθημένος ποντικός του σπιτιού, βλέποντας αυτά που του πρόσφερε ο φίλος του, είπε:
«Καλέ μου φίλε, ωραία είσαι εδώ στην εξοχή, αλλά το φαγητό σου ταιριάζει περισσότερο σε μυρμήγκια παρά σε ποντικούς. Πάμε στο δικό μου σπίτι να σου κάνω το τραπέζι με φαγητά που τρώνε μόνο βασιλιάδες.»
Έτσι τα δύο ποντίκια ξεκίνησαν να πάνε στο σπίτι που είχε την φωλιά του ο ένας από τους δύο. Σε λίγη ώρα έφτασαν στο κελάρι του σπιτιού, μιας και εκεί είχε στήσει το τσαρδί του ο καλοταϊσμένος ποντικός. Πριν κάτσουν να φάνε, ο ποντικός του σπιτιού έκανε μια ξενάγηση στον φίλο του. Του έδειξε τις στάμνες με το λάδι και το κρασί, τα τσουβάλια με το αλεύρι και τα όσπρια, τα πανέρια με τα ξερά σύκα και άλλα πολλά καλούδια, αφού όπως είπαμε το σπίτι ήταν ενός πλούσιου ανθρώπου.
Όταν τελείωσε η ξενάγηση, πήρε ο καθένας τους από ένα κομμάτι τυρί και στρώθηκαν στο φαγητό. Έτυχε όμως εκείνη την ώρα, κάποιος υπηρέτης του σπιτιού να χρειαστεί κάτι από το κελάρι. Έτσι άνοιξε η πόρτα ξαφνικά με θόρυβο και ο υπηρέτης μπήκε μέσα στο κελάρι με γρήγορα βήματα. Το ποντίκι του σπιτιού , τρομαγμένο, άφησε το φαγητό και έτρεξε να κρυφτεί στη φωλιά που είχε σκάψει σε έναν τοίχο. Το ποντίκι όμως του αγρού, μαθημένο στην ηρεμία της φύσης, τα έχασε, δεν ήξερε τι να κάνει και πάγωσε από τον φόβο του εκεί που καθόταν. Όταν ο υπηρέτης έφυγε και έκλεισε πίσω του την πόρτα, ο ποντικός του σπιτιού βγήκε από την φωλιά του και πήγε κοντά στον φίλο του λέγοντας :
«Έλα να συνεχίσουμε το φαγητό μας, πέρασε ο κίνδυνος.»
Τότε ο ποντικός του αγρού, με σοφία, απάντησε:
«Φίλε μου χάρισμά σου τα πλούσια φαγητά. Εγώ επιστρέφω στο σπίτι μου. Προτιμώ να τρώω φτωχικά και να είμαι ήσυχος, παρά να τρώω πλουσιοπάροχα και να μην μπορώ να ησυχάσω ούτε στιγμή.»
Δευτέρα 13 Ιουνίου 2011
Το κατσίκι στη στέγη και ο λύκος
Μια μέρα σε ένα αγρόσπιτο, ένα παρδαλό κατσίκι που ατίθασο σκαρφάλωνε στους φράκτες και στη στέγη, βρέθηκε πάνω στην κεραμοσκεπή και μασουλούσε κάτι χόρτα που είχαν φυτρώσει ανάμεσα στα κεραμίδια. Ο αγρότης που κατοικούσε στο σπίτι έλειπε στα χωράφια και συχνά έφευγε για εβδομάδες ολόκληρες, έτσι το κατσίκι ήταν μοναχό κι ελεύθερο να κάνει ο,τι θέλει. Από ψηλά αγνάντευε τον κάμπο που απλωνόταν γεμάτος λουλούδια και το δάσος που ξεκινούσε από τα πόδια του βουνού κε έφτανε μέχρι πάνω την κορφή του.Ξάφνου μέσα από το πυκνό δάσος βγήκε ένας λύκος, που από μακριά μυρίστηκε το κατσικάκι και βάλθηκε να το φάει. Το κατσικάκι τρόμαξε σαν είδε το λύκο να προσπαθεί να σκαρφαλώσει το μαντρότοιχο, όμως ηρέμησε όταν διαπίστωσε ότι ο λύκος ήταν γέρικος και δεν μπορούσε να τον ανέβει. Έτσι πήρε θάρρος το κατσίκι και άρχισε να κοροϊδεύει τον γερόλυκο και να τον περιπαίζει:
"Λύκε, λύκε κακομοίρη, μου φαίνεται πως ξέχασες τη μαγκούρα σου στο δάσος! Έτσι όπως πας δεν θα ανέβεις ποτέ στη σκεπή. Ούτε έναν τόσοδα μαντρότοιχο δεν μπορείς να ανέβεις τρομάρα σου, άντε να φας κάμια κότα καλύτερα, εμένα ούτε στα όνειρά σου δεν μπορείς να με φτάσεις!"
Ο λύκος στάθηκε στην άκρη λαχανιασμένος και απάντησε:
"Βρε ανόητο κατσίκι, ξέχασες ότι δεν μπορείς να μείνεις για πάντα πάνω στη στέγη. θα διψάσεις και θα κατέβεις. Θες σε μια ώρα, θες σε δυο και σε τρεις, θα κατέβεις και τότε δεν θα σε γλιτώσει κανείς. Κι αν εξαρχής δεν ήσουν εκεί πάνω, δεν θα τολμούσες να με κοροϊδέψεις!"
Έτσι ο λύκος ξάπλωσε σε έναν ίσκιο παραδίπλα ενώ το κατσίκι, σκαρφαλωμένο καθώς ήταν στη στέγη να το καίει ο ήλιος του μεσημεριού, είχε αρχίσει κιόλας να διψάει...
Κυριακή 1 Μαΐου 2011
Οι δυό φίλοι και η αρκούδα
Κάποτε δύο φίλοι βάδιζαν στον ίδιο δρόμο μέσα από βουνά και κοιλάδες. Παρόλο που βρίσκονταν σε άγνωστο μέρος, ο ένας άντρας ένιωθε ασφαλής, γιατί ήταν σίγουρος ότι ο φίλος του θα τον βοηθούσε να αντιμετωπίσει οποιοδήποτε κίνδυνο εμφανιζόταν μπροστά τους.
Εκεί που περπατούσαν και συζητούσαν για να περάσει η ώρα, μια αρκούδα παρουσιάστηκε ξαφνικά μπροστά τους, στη μέση του δρόμου! Ο ένας άντρας έτρεξε γρήγορα σε ένα κοντινό δέντρο, άρπαξε ένα κλαδί και σκαρφάλωσε. Έτσι κατάφερε ν α γλιτώσει από την αρκούδα που δεν τον έβλεπε. Ο άλλος άντρας, έμεινε για μια στιγμή ακίνητος και μετά έμεινε ακίνητος με σκοπό να υποκριθεί πως είναι νεκρός.
Το άγριο θηρίο έτρεξε αμέσως πάνω από τον άντρα που ήταν στο έδαφος με σκοπό να αρπάξει το θύμα του. Με τα γαμψά αρκουδίσια νύχια της, σήκωσε τον κακόμοιρο άντρα από το έδαφος. Τα πόδια και τα χέρια του άντρα είχαν γίνει τόσο άκαμπτα και παγωμένα από τον φόβο του, ώστε η αρκούδα νόμισε οτι πραγματικά είχε βρει ένα πτώμα. Έτσι, παρά τον θυμό της, εγκατέλειψε τον άντρα και έφυγε μακριά για να πάει στη φωλιά της.
Όταν ο άλλος άντρας αισθάνθηκε πλέον ασφαλής, κατέβηκε από το δέντρο και ρώτησε τον σύντροφό του θέλοντας να κάνει τον έξυπνο:
Εκεί που περπατούσαν και συζητούσαν για να περάσει η ώρα, μια αρκούδα παρουσιάστηκε ξαφνικά μπροστά τους, στη μέση του δρόμου! Ο ένας άντρας έτρεξε γρήγορα σε ένα κοντινό δέντρο, άρπαξε ένα κλαδί και σκαρφάλωσε. Έτσι κατάφερε ν α γλιτώσει από την αρκούδα που δεν τον έβλεπε. Ο άλλος άντρας, έμεινε για μια στιγμή ακίνητος και μετά έμεινε ακίνητος με σκοπό να υποκριθεί πως είναι νεκρός.
Το άγριο θηρίο έτρεξε αμέσως πάνω από τον άντρα που ήταν στο έδαφος με σκοπό να αρπάξει το θύμα του. Με τα γαμψά αρκουδίσια νύχια της, σήκωσε τον κακόμοιρο άντρα από το έδαφος. Τα πόδια και τα χέρια του άντρα είχαν γίνει τόσο άκαμπτα και παγωμένα από τον φόβο του, ώστε η αρκούδα νόμισε οτι πραγματικά είχε βρει ένα πτώμα. Έτσι, παρά τον θυμό της, εγκατέλειψε τον άντρα και έφυγε μακριά για να πάει στη φωλιά της.
Όταν ο άλλος άντρας αισθάνθηκε πλέον ασφαλής, κατέβηκε από το δέντρο και ρώτησε τον σύντροφό του θέλοντας να κάνει τον έξυπνο:
-Πες μου φίλε μου, τι σου είπε η αρκούδα όταν ήσουν ξαπλωμένος τρέμοντας από το φόβο; Πρέπει να σου είπε πολλά πράγματα σε αυτήν τη μακριά συζήτησή σας.
Κι εκείνος του απάντησε:-Μου είπε να μην ταξιδεύω από εδώ και μπρος με φίλους που με εγκαταλείπουν την ώρα του κινδύνου.
Το λιοντάρι και η ύαινα
Το λιοντάρι είχε γίνει βασιλιάς όλων των ζώων, διότι ήταν το πιο δυνατό από όλα. Όλα τα ζώα το τρέμανε μόνο που άκουγαν τον τρομερό βρυχηθμό του!
Όταν νύχτωνε, έβγαινε για κυνήγι κι αλίμονο στο ζώο που τύγχαινε μπροστά του. Κάθε βράδυ, έτρωγε όσο ήθελε και τα χαράματα πήγαινε στην πηγή να πιει νερό. Έπειτα κοιμόταν όλη μέρα, για να χωνέψει και να ξεκουραστεί.
Ξυπνούσε όταν άναβαν τα πρώτα αστέρια στον ουρανό, έβγαινε στην είσοδο της σπηλιάς του, βρυχιόταν δυνατά για να ειδοποιήσει τους υπηκόους του πως ήταν έτοιμος και έπειτα άρχιζε το κυνήγι.
Αυτό γινότανε χρόνια ολόκληρα!
Κάποτε όμως ένα ελάφι του ξέφυγε, γιατί μόλο που πήρε φόρα, το λιοντάρι δεν έκανε τόσο μακρύ πήδημα σαν άλλοτε, κι έπεσε πάνω στις πέτρες, αντί να πέσει πάνω στην πλάτη του ελαφιού όπως υπολόγιζε.
Το ίδιο έγινε και το επόμενο βράδυ και σε λίγες μέρες είδε ότι όχι μόνο τα ελάφια που είναι πολύ γρήγορα δεν μπορούσε να πιάσει, αλλά ούτε και κανένα άλλο ζώο.
Τότε το λιοντάρι κατάλαβε πως είχε αρχίσει να γερνάει και στεναχωρήθηκε πολύ. Δεν θα μπορούσε να κυνηγήσει και στο τέλος, θα καταντούσε αυτό που ήταν ο βασιλιάς των ζώων, να ψάχνει για να βρει κανένα ψοφίμι να χορτάσει την πείνα του. Εκείνη την ημέρα δεν έκλεισε μάτι από την στεναχώρια του κι όταν νύχτωσε δεν βγήκε για κυνήγι. Είχε αποφασίσει να ξεκουραστεί ένα βράδυ, μήπως έτσι ξαναβρεί δυνάμεις και κυνηγήσει καλύτερα.
Η ύαινα που κάθε νύχτα, έπαιρνε το λιοντάρι από πίσω και έτρωγε τα αποφάγια του, ανησύχησε που δεν τον άκουγε να βρυχάται κυνηγώντας. Και περισσότερο ανησύχησε που δεν βρήκε τίποτα να φάει κι αυτή εκείνο το βράδυ.
Το πρωί λοιπόν παρουσιάστηκε στην είσοδο της σπηλιάς και ρώτησε ταπεινά:
Όταν νύχτωνε, έβγαινε για κυνήγι κι αλίμονο στο ζώο που τύγχαινε μπροστά του. Κάθε βράδυ, έτρωγε όσο ήθελε και τα χαράματα πήγαινε στην πηγή να πιει νερό. Έπειτα κοιμόταν όλη μέρα, για να χωνέψει και να ξεκουραστεί.
Ξυπνούσε όταν άναβαν τα πρώτα αστέρια στον ουρανό, έβγαινε στην είσοδο της σπηλιάς του, βρυχιόταν δυνατά για να ειδοποιήσει τους υπηκόους του πως ήταν έτοιμος και έπειτα άρχιζε το κυνήγι.
Αυτό γινότανε χρόνια ολόκληρα!
Κάποτε όμως ένα ελάφι του ξέφυγε, γιατί μόλο που πήρε φόρα, το λιοντάρι δεν έκανε τόσο μακρύ πήδημα σαν άλλοτε, κι έπεσε πάνω στις πέτρες, αντί να πέσει πάνω στην πλάτη του ελαφιού όπως υπολόγιζε.
Το ίδιο έγινε και το επόμενο βράδυ και σε λίγες μέρες είδε ότι όχι μόνο τα ελάφια που είναι πολύ γρήγορα δεν μπορούσε να πιάσει, αλλά ούτε και κανένα άλλο ζώο.
Τότε το λιοντάρι κατάλαβε πως είχε αρχίσει να γερνάει και στεναχωρήθηκε πολύ. Δεν θα μπορούσε να κυνηγήσει και στο τέλος, θα καταντούσε αυτό που ήταν ο βασιλιάς των ζώων, να ψάχνει για να βρει κανένα ψοφίμι να χορτάσει την πείνα του. Εκείνη την ημέρα δεν έκλεισε μάτι από την στεναχώρια του κι όταν νύχτωσε δεν βγήκε για κυνήγι. Είχε αποφασίσει να ξεκουραστεί ένα βράδυ, μήπως έτσι ξαναβρεί δυνάμεις και κυνηγήσει καλύτερα.
Η ύαινα που κάθε νύχτα, έπαιρνε το λιοντάρι από πίσω και έτρωγε τα αποφάγια του, ανησύχησε που δεν τον άκουγε να βρυχάται κυνηγώντας. Και περισσότερο ανησύχησε που δεν βρήκε τίποτα να φάει κι αυτή εκείνο το βράδυ.
Το πρωί λοιπόν παρουσιάστηκε στην είσοδο της σπηλιάς και ρώτησε ταπεινά:
-Βασιλιά μου, δεν βγήκες στο κυνήγι χτες το βράδυ;
Η κατσίκα και ο γάιδαρος
Πριν από αρκετό καιρό, ήταν ένας χωρικός όπου είχε μια κατσίκα και έναν γάιδαρο. Επειδή ο χωρικός έδινε περισσότερη τροφή στο γάιδαρο, η κατσίκα ζήλεψε. Σκέφτηκε τότε ένα κόλπο, για να τον βγάλει από τη μέση και να τρώει αυτή όλο το φαγητό. Βάζοντας σε εφαρμογή το σχέδιό της, πήγε μια μέρα κοντά στον γάιδαρο και του είπε:
Ο χωρικός βλέποντας το ζώο του χτυπημένο, φώναξε αμέσως τον κτηνίατρο, ο οποίος του είπε:
-Αχ, καημένε κυρ' γάιδαρε, σε λυπάμαι. Όλη μέρα εργάζεσαι και δεν στέκεσαι ούτε στιγμή. Τη μια σε βλέπω να αλέθεις στον μύλο, την άλλη να κουβαλάς ξύλα, βάσανο είναι η ζωή σου. Δεν θέλεις κι εσύ να ξεκουραστείς λιγάκι;
Ο γάιδαρος σκέφτηκε για λίγο αυτά που του είπε η κατσίκα και ύστερα τη ρώτησε με φωνή γεμάτη παράπονο:-Δίκιο έχεις κυρά κατσίκα μου, αλλά τι να κάνω;
Το σχέδιο της κατσίκας προχωρούσε όπως το είχε φανταστεί. Με φωνή γεμάτη συμπάθεια αποκρίθηκε στο γάιδαρο:-Άκου τι θα κάνεις. Θα καμωθείς πως σεληνιάστηκες. Θα βγάζεις αφρούς από το στόμα και θα πέσεις σε ένα βαθύ λάκκο. Εκεί θα μπορέσεις να ξεκουραστείς αρκετά.
Ο γαϊδαράκος της ιστορίας μας δε φημιζόταν ιδιαίτερα για την εξυπνάδα του και έτσι μόλις άκουσε την κατσίκα αποφάσισε να κάνει πράξη αυτά που του πρότεινε. Την επόμενη μέρα, καθώς περπατούσε φορτωμένος, είδε στην άκρη του δρόμου ένα πολύ βαθύ λάκκο. Αρπάζοντας την ευκαιρία, δίνει ένα σάλτο και πηδάει μέσα στο λάκκο, που για κακή του τύχη στον πάτο ήταν γεμάτο πέτρες. Όπως ήταν φυσικό, ο συμπαθής γάιδαρος χτύπησε άσχημα.Ο χωρικός βλέποντας το ζώο του χτυπημένο, φώναξε αμέσως τον κτηνίατρο, ο οποίος του είπε:
-Για να γίνει ο γαιδαράκος σου καλά,θα σφάξεις την κατσίκα και από το πνευμόνι της θα κάνεις μια αλοιφή με την οποία θα αλείψεις τις πληγές του γαϊδάρου.
Κι έτσι έγινε. Η κατσίκα σφάχτηκε, ενώ ο γαιδαράκος γιατρεύτηκε και συνέχισε τη ζωή του. Μάλιστα, μερικοί λένε οτι ο χωρικός του έδινε να φάει και την μερίδα της κατσίκας.
Δευτέρα 25 Απριλίου 2011
Ο κάβουρας και η αλεπού
Ήταν κάποτε ένας κάβουρας σε μια ακρογιαλιά. Εκεί μαζί του ζούσαν πολλά καβούρια ανάμεσα στους βράχους και στα φύκια.Τα καβούρια ό,τι κι αν έκαναν το έκαναν μαζί. Έβγαιναν για λίγο στην αμμουδιά ως εκεί που έφτανε το κύμα και έπειτα ξαναγυρνούσαν στις φωλιές τους. Πότε τα σκέπαζε και πότε τα ξεσκέπαζε η θάλασσα. Όλα μαζί τα καβούρια, έτρωγαν, έπαιζαν, κοιμόντουσαν. Κι εκεί στις πιο βαθιές σπηλίτσες ή κάτω από βραχάκια κρύβονταν όταν ένιωθαν κάποια απειλή. Κι έτσι κυλούσε η ζωή τους.
Αλλά αυτός ο κάβουρας είχε βαρεθεί να ζει όπως όλα τα άλλα καβούρια. Όταν ανέβαιναν στην ακρογιαλιά και έτρεχαν να ξαναπέσουν στο νερό, αυτός αργοπορούσε και καμιά φορά. Προχωρούσε λίγα μέτρα παραπάνω στην αμμουδιά διότι ήθελε να δει πως είναι ο κόσμος της στεριάς. Μάλιστα είχε βαρεθεί τόσο πολύ, που μια μέρα αποφάσισε να μην ξαναγυρίσει στη θάλασσα!
Προχώρησε ως την αμμουδιά μέχρι που βρήκε ένα ποταμάκι που κυλούσε ανάμεσα στις πέτρες. Ανέβηκε στην κοίτη του ποταμού για να δει τι υπάρχει παραπέρα. Έτσι έφτασε σε ένα δάσος. Παραξενεύτηκε διότι ποτέ στη ζωή του δεν είχε δει κατάρτια καραβιών γεμάτα από τόσα φύκια (ήταν δέντρα βέβαια, αλλά έτσι τα έβλεπε ο κάβουρας)!
Καθώς προχωρούσε θαυμάζοντας αυτά που έβλεπε γύρω του, τον είδε μια πεινασμένη αλεπού. Τότε αυτή με μιάς πήδησε πάνω του για να τον φάει...
"Καλά να πάθω" είπε ο καημένος ο κάβουρας "Αφού ήμουν θαλασσινός, τι γύρευα στη στεριά;"
Σάββατο 19 Μαρτίου 2011
Ο τζίτζικας κι ο μέρμηγκας
Κάποτε ήταν ένας τζίτζικας κι ένας μέρμηγκας. Ο τζίτζικας είχε φτιάξει τη φωλιά του στα κλαδιά ενός δέντρου, ενώ ο μέρμηγκας στις ρίζες του. Ήταν καλοκαίρι και όταν ανέτειλε ο ήλιος, ο μέρμηγκας ξεκινούσε την εργασία του. Έβγαινε από τη φωλιά του και έψαχνε να βρει διάφορους σπόρους. Όταν έβρισκε κάποιον, τον φορτωνόταν στην πλάτη του και τον μετέφερε στη φωλιά του όπου τον αποθήκευε. Μερικές φορές οι σπόροι ήταν τόσο μεγάλοι που έπρεπε να τους κομματιάσει πριν τους μεταφέρει κι αυτό σήμαινε διπλάσιο κόπο για τον μέρμηγκα που εργαζόταν από την ανατολή μέχρι τη δύση του ηλίου. Από την άλλη μεριά ο τζίτζικας ξυπνούσε αφού είχε σχεδόν μεσημεριάσει. Έβγαινε από τη φωλιά του και, αφού έτρωγε κάτι πρόχειρα, έπιανε το τραγούδι που μερικές φορές το συνέχιζε ακόμα και μετά τα μεσάνυχτα. Εκτός από το να τρώει και να τραγουδάει δεν έκανε τίποτα άλλο όλη μέρα.
Έτσι περνούσαν οι μέρες η μία μετά την άλλη και ήρθε ο καιρός που έφυγε το καλοκαίρι και έδωσε τη θέση του στο φθινόπωρο. Ο ουρανός συννέφιασε, ψιλή βροχή άρχισε να πέφτει και τα φύλλα των δέντρων ένα ένα ξεράθηκαν και έπεσαν στη γη. Ο μέρμηγκας έχοντας αρκετές προμήθειες για να περάσει μέχρι την άνοιξη καθόταν και απολάμβανε τον ήχο που έκαναν οι σταγόνες της βροχής καθώς έπεφταν πάνω στα ξερά φύλλα. Ο τζίτζικας μάταια έψαχνε κάτι να φάει αλλά δεν υπήρχε τίποτα. Μην αντέχοντας άλλο από την πείνα, πήγε στο γείτονά του τον μέρμηγκα και του είπε:
"Καλέ μου γείτονα, σε παρακαλώ δώσε μου κάτι να φάω! Όλα τα φύλλα έχουν ξεραθεί και δεν υπάρχει τροφή πουθενά. Πεινάω!".
"Καλά όλο το καλοκαίρι τι έκανες;" ρώτησε ο μέρμηγκας.
"Α! Το καλοκαίρι δεν πρόλαβα να μαζέψω τροφές. Είχα πολύ κέφι και τραγουδούσα όλη μέρα".
"Ε, αφού τραγουδούσες το καλοκαίρι, ήρθε τώρα ο καιρός να χορέψεις" είπε ο μέρμηγκας και ο τζίτζικας κατάλαβε τότε πόσο ανόητα είχε φερθεί, που δεν μάζευε κι αυτός τρόφιμα όσο ήταν ακόμα καιρός, μόνο περνούσε τις ώρες του διασκεδάζοντας.
Σάββατο 5 Φεβρουαρίου 2011
Η αλεπού κι ο τράγος
Κάποτε μια αλεπού, για κακή της τύχη, έπεσε μέσα σε ένα πηγάδι. Όπως ήταν φυσικό, δεν μπορούσε να βγεί έξω και έτσι καθόταν στενοχωρημένη προσπαθώντας να σκεφτεί με ποιό τρόπο θα γλύτωνε απο την δύσκολη θέση που είχε βρεθεί.
Ώρα πολλή είχε περάσει, όταν στο πηγάδι πλησίασε ένας διψασμένος τράγος. Βλέποντας την αλεπού μέσα στο πηγάδι την ρώτησε:
Ώρα πολλή είχε περάσει, όταν στο πηγάδι πλησίασε ένας διψασμένος τράγος. Βλέποντας την αλεπού μέσα στο πηγάδι την ρώτησε:
-Eίναι το νερό καλό κυρ-αλεπού; Να κατέβω κι εγώ να πιώ που διψάω πολύ;
Η πονηρή αλεπού τότε του απάντησε:
-Το νερό είναι πεντακάθαρο και δροσερό. Μην το σκέφτεσαι καθόλου. Κατέβα να πιείς να ξεδιψάσεις. Εγώ πίνω συνέχεια και δεν το χορταίνω.
Ο αφελής τράγος, χωρίς να το σκεφτεί καθόλου, πήδηξε μέσα στο πηγάδι και άρχισε να πίνει νερό που όντως ήταν δροσερό και πεντακάθαρο. Ήπιε μπόλικο, με την ψυχή του, μέχρι που ξεδίψασε. Τότε ανακάλυψε ότι αν και μπήκε στο πηγάδι πολύ εύκολα, δεν μπορούσε να βγει από αυτό. Στράφηκε προς την αλεπού και τη ρώτησε αν ήξερε κάποιον τρόπο για να βγουν από το πηγάδι. Η αλεπού, παίρνοντας το πιο αθώο ύφος της, του απάντησε:
-Αυτό είναι πολύ εύκολο. Θα σταθείς όρθιος στα πισινά σου πόδια, ενώ τα μπροστινά θα τα ακουμπήσεις στα τοιχώματα του πηγαδιού. Θα τεντώσεις προς τα πάνω το λαιμό σου κι εγώ θα σκαρφαλώσω πάνω σου. Όταν βγω έξω από το πηγάδι θα τραβήξω έξω κι εσένα και ο καθένας θα πάρει το δρόμο του.
Ο τράγος βρίσκοντας σωστά αυτά που του είπε η αλεπού δεν έχασε καιρό και έκανε όπως του είχε πει. Η αλεπού, εύκολα πλέον σκαρφάλωσε πάνω στον τράγο και πήδηξε έξω από το πηγάδι. Μην τηρώντας όμως την υπόσχεσή της άρχισε να απομακρύνεται από το πηγάδι χωρίς να βοηθήσει τον τράγο. Καθώς απομακρυνόταν τον άκουσε πως την κατηγορούσε ότι αθέτησε την υπόσχεσή της και ότι τον εγκατέλειψε μέσα στο πηγάδι. Τότε η πονηρή αλεπού του απάντησε:
-Κυρ’ τράγε μου, αν είχες γνώση όσες τρίχες έχεις στο γένι σου, δεν θα έμπαινες μέσα στο πηγάδι πριν σκεφτείς με ποιον τρόπο θα έβγαινες από εκεί.
Ο λαγός και η χελώνα
Ένα ανοιξιάτικο πρωινό ένας λαγός είχε βγεί έξω από την φωλιά του και έτρωγε φρέσκο χορταράκι. Καθώς έτρωγε, είδε να περνάει λίγο πιο κάτω μια χελώνα και του φάνηκε τόσο αστείο το περπάτημά της, που άρχισε να την κοροιδεύει οτι ήταν πιο αργή και από τα σαλιγκάρια. Η χελώνα σταμάτησε, γύρισε προς τον λαγό και του είπε:
-Τί θα έλεγες να τρέξουμε σε έναν αγώνα δρόμου για να δούμε ποιός είναι πιο γρήγορος απο τους δύο;
Aυτό ήταν! Ο λαγός έπεσε κάτω και άρχισε να χτυπιέται από τα γέλια. Βλέποντας όμως πως η χελώνα παρέμενε σοβαρή, κατάλαβε οτι δεν του το είπε για αστείο και έτσι δέχτηκε την πρόκληση. Η αλεπού, ως καταλληλότερη, όρισε το σημείο που θα ξεκινούσαν τη διαδρομή και το σημείο του τερματισμού.
Ο αγώνας ορίστηκε για το επόμενο πρωινό και πράγματι, οι δύο διαγωνιζόμενοι και πολλά ζώα του δάσους βρίσκονταν πρωί-πρωί στην αφετηρία. Η αλεπού έδωσε το σύνθημα και ο αγώνας ξεκίνησε. Η χελώνα χωρίς να χάσει χρόνο άρχισε να περπατάει, αργά βέβαια, και ήδη είχε καλύψει τα πρώτα εκατοστά της διαδρομής. Ο λαγός βλέποντας τον ρυθμό του αντιπάλου του, και νυστάζοντας μιας και ήταν πολύ πρωί, σκέφτηκε να κοιμηθεί λιγάκι και όταν ξυπνήσει θα έτρεχε όπως μόνο αυτός μπορεί και θα τερμάτιζε σίγουρα πρώτος.
Έτσι η χελώνα συνέχισε να περπατάει, ενώ ο λαγός το έριξε στον ύπνο. Πέρασε αρκετή ώρα και κάποια στιγμή ο λαγός ξύπνησε.
-Καιρός για τρέξιμο, είπε και ξεκίνησε.
Παραξενεύτηκε πολύ που δεν συναντούσε την χελώνα και για μια στιγμή σκέφτηκε ότι θα είχε εγκαταλείψει τον αγώνα αφού έτσι κι αλλιώς τον είχε χαμένο απο χέρι. Περισσότερο όμως ξέρετε πότε παραξενεύτηκε; Όταν έφτασε στο σημείο τερματισμού και είδε την χελώνα να τον περιμένει μασώντας ένα φυλλαράκι και έχοντας μια έκφραση θριάμβου στο πρόσωπό της.
Έτσι η χελώνα κέρδισε τον λαγό σε αγώνα δρόμου, όχι βέβαια γιατί τρέχει πιο γρήγορα απο αυτόν, αλλά γιατί παρέμεινε πιστή στον σκοπό της και δεν έδειξε όπως ο λαγός αλαζονεία!
Ο Ψεύτης Βοσκός
Ήταν κάποτε ένας βοσκός που είχε ένα κοπάδι με αρκετά πρόβατα και ένα μαντρί έξω από το χωριό του. Κάθε πρωί, οδηγούσε τα πρόβατα σε ένα καταπράσινο λόφο κοντά στο μαντρί και τα άφηνε να βοσκήσουν με την ησυχία τους.
Συνήθως περνούσε την ώρα του παίζοντας με την φλογέρα του, αλλά να που μια μέρα την ξέχασε στο μαντρί. Μη έχοντας τί να κάνει, σκέφτηκε να σκαρώσει μια φάρσα στους συγχωριανούς του. Ανέβηκε σε ένα βράχο και άρχισε να φωνάζει προς την κατεύθυνση του χωριού. «Βοήθεια συγχωριανοί, λύκοι στα πρόβατα μου. Τρέξτε. Βοήθεια!»
Οι άντρες του χωριού άρπαξαν ό,τι βρήκαν μπροστά τους και έτρεξαν να βοηθήσουν τον βοσκό, που μόλις τους είδε άρχισε να γελάει με το πάθημά τους.
Ο βοσκός, όπως φαίνεται, βρήκε πολύ αστείο αυτό που έκανε, αφού το επανέλαβε 2-3 φορές ακόμα και κάθε φορά οι συγχωριανοί του έτρεχαν να τον βοηθήσουν.
Να όμως που μια μέρα, μια αγέλη πεινασμένων λύκων όρμισαν στο κοπάδι του βοσκού και άρχισαν να το ξεκληρίζουν. Τρομαγμένος ο βοσκός έβαλε τις φωνές και καλούσε σε βοήθεια: «Βοήθεια συγχωριανοί. Λύκοι τρώνε τα πρόβατά μου. Τρέξτε. Βοήθεια!»
Κανείς όμως δεν πήγε να τον βοηθήσει αφού όλοι νομίζανε οτι για άλλη μια φορά ήθελε να γελάσει μαζί τους.
Εκείνη την φορά οι μόνοι που γέλασαν ήταν οι λύκοι.Βρήκαν πρώτης τάξεως φαγητόκαι το έφαγαν με την ησυχία τους.Μόνο έναςανθρωπος εκεί κοντά κάτι φώναζε αλλά όπως είναι γνωστό οι λύκοι δεν γνωρίζουν την ανθρώπινη γλώσσα για να καταλάβουν τί έλεγε και έτσι συνέχισαν ανενόχλητοι το φαί τους .
Αυτά παθαίνει λοιπόν, όποιος λέει ψέματα!
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
Βίρα τις άγκυρες!
Το Μικρό Καράβι είναι φορτωμένο με θησαυρούς από την Ελληνική προφορική παράδοση. Ταξιδέψτε μαζί του!
Στα δίχτυα μας
- Αίσωπος (11)
- Απόκριες (2)
- Γιορτή της Μητέρας (1)
- Γλωσσοδέτες (2)
- Καθαρά Δευτέρα (2)
- Κουκλοθέατρο (3)
- Νέα (17)
- Παιχνίδια (33)
- Παιχνιδοτράγουδα (9)
- Παραδόσεις (6)
- Παραμύθια (16)
- Παράφραση (1)
- Πάσχα (2)
- Πρωταπριλιά (1)
- Πρωτομαγιά (1)
- Τραγούδια (36)
- Τσικνοπέμπτη (1)
- Χριστούγεννα (3)
Στο αμπάρι
-
►
2015
(2)
- ► Σεπτεμβρίου (2)
-
►
2011
(69)
- ► Σεπτεμβρίου (3)
- ► Φεβρουαρίου (11)
- ► Ιανουαρίου (17)





